"Οι αστικές επαναστάσεις, σαν τις επαναστάσεις του δέκατου όγδοου αιώνα, ορμούν γρήγορα από επιτυχία σε επιτυχία, τα δραματικά τους αποτελέσματα ξεπερνούν το ένα το άλλο, άνθρωποι και πράγματα φαίνονται σαν σε φωτιές διαμαντιών. Η έκσταση είναι το πνεύμα κάθε ημέρας. Μα η ζωή τους είναι μικρή. Σε λίγο φτάνουν κι όλας στο ανώτατο σημείο τους και μια μακρυά αποχαύνωση κυριεύει ύστερα την κοινωνία πριν μάθει να αφομειώνει νηφάλια τα αποτελέσματα της ορμητικής και θυελλώδικης εποχής της.

Αντίθετα οι προλεταριακές επαναστάσεις, όπως οι επαναστάσεις του δέκατου ένατου αιώνα, κάνουν αδιάκοπη κριτική στον ίδιο τον εαυτό τους, διακόπτουν κάθε στιγμή την πορεία τους, γυρίζουν πάλι σε εκείνο που φαίνεται πως έχει πραγματοποιηθεί για να το ξαναρχίσουν από την αρχή, χλευάζουν με ωμή ακρίβεια τις ασυνέπειες, τις αδυναμίες και τις ελεεινότητες που παρουσιάζουν οι πρώτες δοκιμές τους, φαίνονται πως ξαπλώνουν κάτω τον αντίπαλό τους μόνο για να αντλήσει καινούργιες δυνάμεις από τη γη και να σηκωθεί μπροστά τους πιο γιγάντιος, οπισθοχωρούν ολοένα μπροστά στην απροσδιόριστη απεραντοσύνη των ίδιων των σκοπών τους, ώσπου να δημιουργηθούν οι όροι που κάνουν αδύνατο κάθε πισωγύρισμα και οι ίδιες οι περιστάσεις φωνάζουν: Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα".

Κ. Μάρξ. 18η Μπρυμέρ

Σημαντικά πολιτικά γεγονότα

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

Δημοσιεύτηκε στις 13/8/2002 στην εφημερίδα Νέα Ανατολή αρ. φύλ. 384

ΤΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟ ΣΑΜΠΟΤΑΖ ΟΔΗΓΕΙ
ΣΤΗ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ


Καλύπτουν την κρίση με τις απάτες, το ευρώ και το δανεισμό.



Την περίοδο 1980-2000 το παγκόσμιο εμπόριο αυξήθηκε κατά 195%  και οι εξαγωγές των κρατών κατά 300%. Την ίδια περίοδο οι ελληνικές εξαγωγές αυξήθηκαν μόνο κατά 90% με αποτέλεσμα το  μερίδιο της ελληνικής οικονομίας στις παγκόσμιες εξαγωγές να παραμένει στάσιμο στο 0,4% του παγκόσμιου εμπορίου. (Οικονομικός Ταχυδρόμος, 8/6/02)
 Για μια εικοσαετία λοιπόν έχουμε μια συνεχή έκρηξη της παραγωγικότητας της εργασίας και οι δυτικές αγορές πλημμυρίζουν από εμπορεύματα. Οι οικονομικοί δεσμοί των ευρωπαϊκών χωρών και γενικά των δυτικών χωρών με την παγκόσμια αγορά, αλλά και μεταξύ τους  δυνάμωσαν με τον τριπλασιασμό του όγκου των συναλλαγών τους. Αυτή η παραγωγική πρόοδος δεν αγκάλιασε την ελληνική οικονομία και οι οικονομικές σχέσεις της χώρας αποδυναμώθηκαν σε σχέση με τις χώρες της πρώτης γραμμής ανάπτυξης. 

 Αντίθετα οι ελληνικές εξαγωγές προς τις βαλκανικές χώρες αυξήθηκαν εξαιτίας των πολέμων, της χαμηλής ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων και της πρόσβασης σ’ αυτές τις αγορές που εξασφαλίζουν οι παλιές γνωριμίες και οι σχέσεις εξάρτησης των καθεστωτικών με τις παλιές σοσιαλφασιστικές ηγεσίες αυτών των χωρών.
 Έτσι οι ελληνικές εξαγωγές προς την Ε.Ε από 66% στο σύνολο των εξαγωγών, το 1990 έπεσαν το 2000 στο 44%. Τα ποσοστά για τις βαλκανικές χώρες το ίδιο διάστημα ανέβηκαν από 4% σε 16%. Για την κεντρική Ευρώπη τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 1% και 2%, και για τη Ρωσία το2% και 4% (ΕΣΥΕ) Αυτό είναι το αποτέλεσμα της δήθεν ευρωπαϊκής πολιτικής του  Παπανδρέου και του Σημίτη, αποτέλεσμα που δεν παρουσίασε καμία άλλη χώρα της ΕΕ. Όσο περισσότερο λοιπόν φωνάζουν οι φαιοκκόκινοι για τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας τόσο την απομακρύνουν από την Ευρώπη.
 Δεν θέλησαν ποτέ την ανάπτυξη γιατί δεν ήθελαν ποτέ τη χώρα στην Ευρώπη. Την θέλουν δεμένη στη ρώσικη πολιτική. Ευθύνες όμως έχει και η δυτικόφιλη αστική τάξη που δεν αντιστάθηκε πολιτικά και υποτάχτηκε συστηματικά στη βία του σοσιαλφασισμού. Όμως αυτό το έθνος δεν αποτελείται μόνο από αστούς, που είναι κάθε φορά έτοιμοι να υποταχτούν σε νέα αφεντικά, αλλά και από εργαζόμενους. Και η υπόθεση της παραγωγής και της κοινωνικής ανάπτυξης και το ποιος θα είναι ο τελικός προσανατολισμός της χώρας δεν έχει οριστικά κριθεί. Το ιστορικό αυτό καθήκον ανήκει για άλλη μια φορά στο προλεταριάτο και στους εργαζόμενους.
 Η αντιευρωπαϊκή γραμμή της υπονόμευσης αποτυπώνεται εδώ και μια εικοσαετία, όπως είναι φυσικό, και στα τρία βασικά ισοζύγια της οικονομίας. Στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, στο ισοζύγιο του ιδιωτικού τομέα και στο ισοζύγιο του δημόσιου τομέα. Τα τρία αυτά ισοζύγια παρουσιάζουν ένα τεράστιο έλλειμμα από το 1999. Και τα τρία αυτά ελλείμματα που χαρακτηρίζουν την ντόπια παραγωγή και την προοπτική της καθώς και τη διεθνή θέση της χώρας, οφείλονται κύρια στην αποβιομηχάνηση. Αυτή η αλήθεια θα αποδειχτεί για άλλη μια φορά και παρακάτω από τις στατιστικές της κυβέρνησης και των διεθνών οργανισμών.




Η ΚΡΙΣΗ ΦΑΝΕΡΩΝΕΤΑΙ ΣΤΟ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΕΛΛΕΙΜΜΑ




Από τη σελ.18 του κρατικού προϋπολογισμού του 2002 βλέπουμε ότι τους οχτώ πρώτους μήνες του 1999 το εμπορικό έλλειμμα ήταν 10.214 εκατ. Ευρώ. Το 2000 όταν τελείωνε το Β’ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, το έλλειμμα στο ίδιο διάστημα έγινε 14.251,8 εκατ. Ευρώ και το 2001 στους οχτώ πρώτους μήνες ήταν 14.127,3  εκατ. Ευρώ. Δηλαδή στους οχτώ πρώτους μήνες του 1999 και του 2000 το έλλειμμα αυξήθηκε κατά 39% και διατηρείται στο ίδιο ύψος και το 2001! Κατά την ηγεσία του συλλόγου των βιομηχάνων που εξαγοράστηκε τώρα τελευταία από το καθεστώς, η βιομηχανία πηγαίνει καλά! Και η τεράστια αυτή μείωση γίνεται σε μια οικονομία στην οποία η βιομηχανία και η αγροτική παραγωγή συνεισφέρουν στο σχηματισμό του ΑΕΠ μόνο κατά 32% περίπου, ένα ποσοστό που είναι το χαμηλότερο στην ΕΕ.
 Αν το έλλειμμα των οχτώ πρώτων μηνών το επεκτείνουμε ανάλογα και στους επόμενους μήνες δεν θα βρεθούμε μακριά από την πραγματικότητα.
Τότε έχουμε εμπορικό έλλειμμα περίπου στο 17% του ΑΕΠ. Στο ίδιο διάστημα των οχτώ μηνών το ισοζύγιο των υπηρεσιών που είναι οι εισπράξεις από τον τουρισμό, τις μεταφορές και τις λοιπές υπηρεσίες μείον τις πληρωμές στο εξωτερικό των ίδιων υπηρεσιών, παρουσιάζει πλεόνασμα για το 1999, 4.6282,9 εκατ. Ευρώ, για το 2000 πλεόνασμα 5.587,8 εκατ. Ευρώ και για το 2001, 6.074,9 εκατ. Ευρώ. Το ισοζύγιο μεταβιβάσεων με το εξωτερικό που είναι το δωρεάν χρήμα της Ε.Ε και των εμβασμάτων των μεταναστών κλπ μείον τις πληρωμές στο εξωτερικό και στην Ε.Ε είναι πλεονασματικό.
 Το 1999 και στο πρώτο πάντα οχτάμηνο των τριών ετών που εξετάζουμε είναι 3.803,6 εκατ. Ευρώ, το2000, 4.783,2 εκατ. Ευρώ και το 2001, 5.055,5 εκατ. ευρώ. Το ισοζύγιο των εισοδημάτων που είναι οι εισπράξεις αμοιβών μισθών τόκων και μερισμάτων μετοχών και κέρδη από το εξωτερικό μείον τις αντίστοιχες πληρωμές είναι ελλειμματικό. Το 1999 το έλλειμμα πάντα στο πρώτο οχτάμηνο ήταν 501,1 εκατ. ευρώ, το 2000 ήταν 727,2 εκατ. Ευρώ και το 2001 ήταν 1.386,2 εκατ. Ευρώ.
  Δηλαδή  από το 2000 μέχρι το 2001 το έλλειμμα αυτό αυξήθηκε κατά 90,62%.
Η άθροιση του εμπορικού ισοζυγίου, του ισοζυγίου των υπηρεσιών, των εισοδημάτων και των μεταβιβάσεων που δίνει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι ελλειμματικό κατά τους πρώτους μήνες του 1999 κατά 2.256 εκατ. Ευρώ, το 2000 κατά 4.608 εκατ. Ευρώ και το 2001 κατά 4.383 εκατ. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (Ι.Τ.Σ) για ολόκληρα τα έτη σύμφωνα με τον Οικονομικό Ταχυδρόμο(8/6/02) είναι για το 1999 4.800 εκατ, για το 2000 8.370 εκατ. και το 2001 το ίδιο ύψος με το 2000. Η αύξηση λοιπόν αυτού του ελλείμματος ήταν 74,37% σε ένα χρόνο!
 Το 2001 το έλλειμμα αυτό με δοσμένο από το υπουργείο το ύψος του ΑΕΠ στα 129.655 εκατ. ευρώ είναι το 6,45% του ΑΕΠ. Από τα ποσά  που παραθέσαμε είναι φανερό  ότι το εμπορικό έλλειμμα είναι αυτό που καθορίζει και το ύψος του ελλείμματος του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών. Η αποβιομηχάνιση δηλαδή σφραγίζει την εξέλιξη της οικονομίας.
 Αφήσαμε τις χρηματοοικονομικές συναλλαγές γιατί το κύριο ενδιαφέρον  με το κοινό νόμισμα δεν στρέφεται πια στη εθνική νομισματική πολιτική, η οποία γίνεται από την ευρωπαϊκή τράπεζα. Το τεράστιο εμπορικό έλλειμμα του 17% του ΑΕΠ περίπου χρηματοδοτείται από τον τουρισμό, τις μεταφορές, τα εμβάσματα των μεταναστών και το χρήμα της Ε.Ε που θα καταβάλλεται μέχρι το 2006 και που αποτελεί το 3,8% του ΑΕΠ. Το εμπορικό έλλειμμα είναι το σοβαρότερο έλλειμμα μιας οικονομίας. Κυρίως τα βιομηχανικά, αλλά και τα αγροτικά προϊόντα είναι η βάση κάθε οικονομίας. Η βάση του πλούτου των σύγχρονων κρατών είναι  η βιομηχανία κυρίως και η γεωργία. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο και το παραγωγικό σαμποτάζ έχει ως στόχο τη βιομηχανία και τη μισοδιαλυμένη ήδη αγροτική παραγωγή. Η αύξηση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών  από το 1999 μέχρι και το 2000 οφείλεται στη χειροτέρευση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου, χωρίς καύσιμα, που συνεισφέρει σε αυτή την επιδείνωση κατά 98%. Οικονομικός Ταχυδρόμος(6/6/02). Δηλαδή η διεθνής οικονομική θέση της χώρας, αλλά και η ανταγωνιστικότητα στην εσωτερική αγορά, αφού οι αγορές είναι ενιαίες, καθορίζεται κυρίαρχα από τη σχετική μείωση της βιομηχανικής και της αγροτικής παραγωγής ή με άλλα λόγια από την αποβιομηχάνιση. Αυτό είναι το κεντρικό πρόβλημα της οικονομίας που φαίνεται και από τα προηγούμενα στοιχεία που τα μαζέψαμε στον παρακάτω πίνακα.


Έτη
Εμπορικό
ισοζύγιο
Ισοζύγιο
Υπηρεσιών
(2)
Ισοζύγιο
Εισοδημάτων
(3)
Ισοζύγιο
Μεταβιβάσεων
(4)
Καθαρές
Εξαγωγές=Χ
Ισοζύγιο
Τρεχουσών
Συναλλαγών
1999
-10.241,8
4.682,9
-501,1
3.803,6
-5.558,9
-2.256,3
2000
-14.251,8
5.587,8
-727,2
4.783,2
-8.664,0
-4.608,0
2001
-14.127,3
6.074,9
-1.386,2
5.055,5
-8.052,4
-4.383,0

 Οι καθαρές εξαγωγές Χ είναι  ίσες με το άθροισμα των στηλών (1) και (2). Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι το άθροισμα των τεσσάρων πρώτων στηλών.
 Όπως φαίνεται από τον πίνακα το εμπορικό έλλειμμα κυριαρχεί σε όλα τα ισοζύγια και καθορίζει τις διεθνείς ελλειμματικές σχέσεις της οικονομίας, Από τον πίνακα παρατηρούμε ότι το ισοζύγιο υπηρεσιών καλύπτει περίπου το 40% του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου, ποσοστό που ισχύει σε όλη την τριετία 1999-2001 και για όλο το χρόνο και για όχι τους πρώτους οχτώ μήνες που φαίνονται στο πίνακα.
(Οικονομικός Ταχυδρόμος 8/6/02)
 Το 2001 το ισοζύγιο μεταβιβάσεων (για ολόκληρο το 2001), δηλαδή το χρήμα της Ε.Ε και τα εμβάσματα των μεταναστών κάλυψαν το 36% του εμπορικού ισοζυγίου. (Οικονομικός Ταχυδρόμος)
 Βλέπουμε ότι το πρώτο οχτάμηνο των τριών ετών δίνει μια καλή εικόνα, που δεν ξεφεύγει από την πραγματικότητα. Το εμπορικό ισοζύγιο δεν καλύπτεται και καθορίζει την οικονομία. Οι σαμποταριστές, φυσικά μαζί και ο Καραμανλής, κρύβουν αυτή τη πραγματικότητα για να μπορούν να καλύπτονται. Ποιος σ΄ αυτή τη χώρα άκουσε ποτέ ένα πολιτικό από τα τέσσερα κόμματα να μιλάει για τη βιομηχανία και να θέτει το κύριο πρόβλημα της οικονομίας το εμπορικό έλλειμμα, δηλαδή στην αποβιομηχάνιση.
 Αυτά τα λέει μόνο ο ΟΟΣΑ, η Ε.Ε και το μόνο κόμμα στην Ελλάδα η ΟΑΚΚΕ. Αντίθετα το ΠΑΣΟΚ επανειλημμένα υποστηρίζει ότι το κύριο πρόβλημα είναι να αναπτυχθούν οι υπηρεσίες που σημαίνει να αποβιομηχανιστεί η χώρα περισσότερο. Τα κοινοτικά πλαίσια στήριξης δεν έφεραν λοιπόν αποτέλεσμα στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Η αναδιάρθρωση της οικονομίας δεν πραγματοποιήθηκε και το χρήμα εισπράττεται κανονικά. Το κόστος παραγωγής αυξάνεται εξαιτίας της χαμηλής παραγωγικότητας, χαμηλή σε σύγκριση με τις άλλες χώρες και εξαιτίας της πτώσης της παραγωγικότητας που παρουσιάζεται τελευταία, όπως έχει εκτεθεί και στην έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος.
 Με την αύξηση του κόστους της παραγωγής ο πληθωρισμός φτάνει έτσι στο 4%. Οι αυξήσεις των τιμών του πετρελαίου βλέπουμε για άλλη μια φορά δεν παίζουν παρά ελάχιστο ρόλο στην αύξηση των ελλειμμάτων και επομένως και στον πληθωρισμό. Η συνεισφορά τους όπως είδαμε στο έλλειμμα του ισοζυγίου των τρεχουσών συναλλαγών, είναι ελάχιστη. Η αύξηση του εμπορικού ελλείμματος  δηλώνει καθαρά την μείωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων, την μείωση δηλαδή της ζήτησης των ελληνικών προϊόντων, που μεταφράζεται τελικά στη μείωση της απασχόλησης. Η ανεργία αυξάνεται αυτή τη περίοδο με μεγάλους ρυθμούς. Η κύρια νομοτελειακή τάση είναι η συνεχής αύξηση της ως συνέπεια του παραγωγικού σαμποτάζ.


ΤΟ ΕΥΡΩ ΚΑΙ Ο ΔΑΝΕΙΣΜΟΣ ΤΡΟΦΟΔΟΤΟΥΝ
ΤΑ ΠΑΡΑΣΙΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΛΗΣΤΕΣ


 Το συνολικό αυτό έλλειμμα των τρεχουσών συναλλαγών που ανέρχεται στο 6,45% του ΑΕΠ δεν δημιουργεί φυσικά κανένα πρόβλημα νομισματικής πολιτικής στο καθεστώς εξαιτίας του κοινού νομίσματος. Το πρόβλημα μεταφέρεται αθροιστικά από όλες τις χώρες του ευρώ. Αν υπήρχε η δραχμή, με αυτό το έλλειμμα και με τα δάνεια που έπρεπε να το ξεπληρώνουν, που έτσι κι αλλιώς γίνονται, θα είχαμε μια σχετική υποτίμηση της δραχμής στις χρηματαγορές και κατά συνέπεια άμεσες πιέσεις στη κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει την υποτίμηση. Τώρα αυτά τα ελλείμματα καλύπτονται από την Ευρωπαϊκή τράπεζα. Έτσι ο δανεισμός γίνεται με χαμηλότερα επιτόκια.
 Το έλλειμμα με δυο λόγια το φορτώνεται το ευρώ με την μορφή των πιέσεων από τα άλλα νομίσματα. Έτσι οι φαιοκόκκινοι έχουν λυμένα τα χέρια τους να δανείζονται με ευκολία και με χαμηλότερα επιτόκια και προπάντων δεν έχουν πολιτικό κόστος από μια τρέχουσα νομισματική πολιτική της δραχμής, που θα ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν και που αυτόματα θα αποκάλυπτε την πραγματική κατάσταση της οικονομίας.
Το πρόβλημα των ελλειμμάτων γι’ αυτό το λόγο μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνο με την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας με την αύξηση των εξαγωγών και του μεριδίου των ελληνικών προϊόντων στην εσωτερική αγορά ή την δημιουργία πλεονασμάτων από το δημόσιο. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση μιλάμε στην ουσία για αύξηση της παραγωγής. Γι’ αυτό το λόγο ο Χριστουδουλάκης από την στιγμή που τον έπιασε στα πράσα ο ΟΟΣΑ να δίνει ψεύτικα στοιχεία για τα ελλείμματα του δημοσίου, πράγμα που το αναγνώρισε και ο ίδιος, αφού αυτό το επάγγελμα το κάνει από το 1996, ανακοινώνει τώρα την ανάγκη αναδιάρθρωσης της παραγωγής που θα οδηγήσει στην αύξηση της! Τόσα χρόνια σαμποταρίσματος νομίζει ότι μπορεί να τα καλύψει στη στιγμή!
 Για να τον ξεφορτωθεί ο Σημίτης τον έστειλε να τα κουβεντιάσει με τον σύνδεσμο των βιομηχάνων και να συμφωνήσουν μαζί με τον πρόεδρο στην ουσία μαζί με τον Κόκκαλη που είναι από πίσω, ότι χρειάζεται η οικονομία μία αναδιάρθρωση εντός του προσεχούς εικοσιτετραώρου. Ύστερα από της αναπτυξιακού τύπου επισημάνσεις και δηλώσεις ο τύπος στρώθηκε στη δουλειά για να βρει τα δανεικά και τα λεφτά από τις ιδιωτικοποιήσεις για να ξεκινήσουν να πληρώνουν τα ελλείμματα. Αυτός είναι ο χαρακτήρας των θλιβερών φιλοευρωπαίων αστών της χώρας.
Το δεύτερο έλλειμμα είναι στο ισοζύγιο του ιδιωτικού τομέα.
Τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις αφού ξοδέψουν για την καθημερινή τους λειτουργία και συντήρηση, με το χρήμα που τους μένει κάνουν αγορές. Το χρήμα αυτό η αστική οικονομία το ονομάζει αποταμίευση. Τα νοικοκυριά θα αγοράσουν από την αποταμίευση του κατοικίες, ηλεκτρικές συσκευές, έπιπλα και γενικά προϊόντα που δεν καταναλώνονται για την καθημερινή τους συντήρηση.                            Οι επιχειρήσεις με το χρήμα που μένει στα χέρια των κεφαλαιούχων, αφού ξόδεψαν για την προσωπική τους συντήρηση, αγοράζουν μέσα παραγωγής, πρώτες ύλες, πάγιο κεφάλαιο και υπηρεσίες. Οι επενδύσεις αυτές αν μιλάμε για ανάπτυξη, θα πρέπει να αντικαταστήσουν τη φθορά των μηχανημάτων και του κεφαλαίου της προηγούμενης χρονιάς. Για να αναπτυχθούν όμως οι επιχειρήσεις θα χρειαστεί να επενδυθούν ακόμα περισσότερα κεφάλαια.
 Το ισοζύγιο του ιδιωτικού τομέα είναι ίσο με το αποταμιευμένο χρήμα από νοικοκυριά και επιχειρήσεις μείον τις επενδύσεις που έκαναν. Ολόκληρος ο ιδιωτικός τομέας, δηλαδή νοικοκυριά και επιχειρήσεις είχαν έλλειμμα τα έτη 1996-2000, 1,1% του ΑΕΠ. Πήραν δηλαδή δανεικά για τις επενδύσεις του 1,1% του ΑΕΠ. Το 2001 το έλλειμμα ανέβηκε στο 5,4% και το 2003 θα ανέβει πάντα σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ στο 6,3% του ΑΕΠ. Το έλλειμμα αυτό είναι στη τρίτη σειρά μεταξύ των αναπτυγμένων χωρών. Με δυο λόγια λείπουν από την οικονομία τεράστια κεφάλαια για επένδυση. Οι επενδύσεις δεν διευκολύνονται, αφού γίνονται με δανεικά. Χωρίς επένδυση η οικονομία φθίνει.
 Αναλυτικότερα το φαινόμενο συμβαίνει ως εξής. Οι ανάγκες για επενδύσεις των ιδιωτών, που εκφράζουν την ίδια ανάγκη να διατηρηθεί τουλάχιστον το ίδιο επίπεδο παραγωγής και αγοράς μη άμεσα καταναλωτικών προϊόντων, διατηρούνται εδώ και πολλά χρόνια στο 20%-22% του ΑΕΠ. (Οικονομικός Ταχυδρόμος 6/2002)
 Μιλάμε για επενδύσεις που θα αντικαταστήσουν το κεφάλαιο που έχει καταναλωθεί σε πρώτες ύλες και φθορές  και για επιπλέον επενδύσεις. Από το 1996 η συνολική αποταμίευση του ιδιωτικού τομέα που ήταν γύρω στο 18%-20% του ΑΕΠ μειώνεται συνεχώς και φτάνει μέχρι το 2000 στο 8,5% του ΑΕΠ. Φυσικό είναι λοιπόν να προκύπτει ένα τεράστιο έλλειμμα μεταξύ του χρήματος που έχουν στα χέρια τους οι ιδιώτες και των επενδύσεων που πραγματοποιούν, γιατί κανείς δεν μπορεί να δεχτεί ότι δεν θα κάνει αγορές χωρίς δανεικά αφού έτσι το επίπεδο της ζωής και της παραγωγής θα κατέβει. Η αντιμετώπιση που συνιστά ο ΟΟΣΑ είναι αυτονόητη. Ανάπτυξη της παραγωγής με την αναδιάρθρωση της, ώστε να αυξηθεί η παραγόμενη αξία, γιατί ακριβώς αυτό που λείπει είναι η αξία που πρέπει να επενδυθεί.
 Το έλλειμμα δηλαδή όχι μόνο του ιδιωτικού τομέα, αλλά και του δημόσιου καθώς και το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών έχουν την ίδια πηγή. Την αποβιομηχάνιση.
 Παριστάνουμε με Ιε το σύνολο των επενδύσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων μέσα σε ένα χρόνο, είτε πρόκειται για νέες επενδύσεις είτε  για επενδύσεις που αναπληρώνουν τη φθορά ( αποσβέσεις) του κεφαλαίου της προηγούμενης χρονιάς.  
Το Ιε είναι η ακαθάριστη ιδιωτική επένδυση και δεν συμπεριλαμβάνει την κατανάλωση για την καθημερινή συντήρηση. Το χρήμα Ια με το οποίο θα πληρώσουν νοικοκυριά και επιχειρηματίες για να αγοράσουν το Ιε είναι η ιδιωτική αποταμίευση. Το χρήμα αυτό είναι το χρήμα που περίσσεψε αφού ξόδεψαν ιδιώτες, νοικοκυριά και επιχειρηματίες για να συντηρηθούν. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, όπως είδαμε προηγουμένως, το χρήμα Ια δεν φτάνει για να αγοραστεί το Ιε και μάλιστα ισχύει   Ια-Ιε=-5,4% του ΑΕΠ για το έτος 2001. Αυτό σημαίνει ότι στην ίδια την εγχώρια ιδιωτική παραγωγή λείπει χρήμα -5,4% του ΑΕΠ για να κάνει τις επενδύσεις της, ώστε ο παραγωγικός κύκλος να συνεχιστεί τουλάχιστον όμοιος και την επόμενη χρονιά!
Λείπει δηλαδή τεράστιο κεφάλαιο για επένδυση που: (α) Θα συντηρήσει και (β) θα αναπτύξει την παραγωγή και θα μειώσει την ανεργία. Προφανώς ο όγκος της παραγόμενη αξίας από την παραγωγή (εδώ δεν μπαίνουν οι υπηρεσίες και το δωρεάν χρήμα) είναι  μικρός και τα κέρδη από τη βιομηχανία δεν φτάνουν για να γίνουν επενδύσεις, ώστε απλά και μόνο να κυλίσει ο ίδιος παραγωγικός κύκλος πόσο μάλλον να αναπτυχθεί. Όλοι όσοι επενδύουν κατά μέσο όρο πρέπει να δανείζονται. Έχουμε δηλαδή μια παραγωγική διαδικασία που δεν μπορεί από την παραγόμενη αξία να συντηρηθεί. Η επανάληψη πρέπει να εξασφαλιστεί μόνο με πολιτικά μέτρα, μόνο δηλαδή με την εξάρτηση  και την χρηματοδότηση των ελλειμμάτων των παραγωγών με κυβερνητικές αποφάσεις και ελέγχους. Μια κυβέρνηση όμως που καταστρέφει με πολιτικούς όρους τη παραγωγή και μετά ελέγχει ολόκληρη την ελλειμματική βιομηχανία και το σύνολο της παραγωγής, ελέγχει δηλαδή απόλυτα τις διαδικασίες αναπαραγωγής του κεφαλαίου και αυτό το πραγματοποιεί με την βοήθεια και των τριών κομμάτων,(Ν.Δ, ψευτοΚΚΕ, ΣΥΝ) συνιστά ένα πολιτικό και ταυτόχρονα ένα οικονομικό μονοπώλιο που το αποτελούν και τα τέσσερα κόμματα μαζί. Η ανεξαρτησία του κεφαλαίου καταργείται. Η υλική, δηλαδή η οικονομική δύναμη του πολιτικού μονοπωλίου συνίσταται στο να καταστρέφει τη παραγωγή. Ένα τέτοιο καθεστώς αρνείται κάθε πρόοδο και είναι έτοιμο να σύρει τη χώρα σε οποιεσδήποτε περιπέτειες, που μοιραία θα συνοδεύονται και από την χρεοκοπία για να εξασφαλίσει την ύπαρξη του και να πραγματοποιήσει τους στόχους του. Ο φασισμός βρίσκεται στη ίδια τη  φύση του  οικονομικού συστήματος, που το δημιουργεί και το συντηρεί το καθεστώς. Ο «ευρωπαιόφιλος» Σημίτης αύξησε το έλλειμμα του 1,1% μέχρι το 2000 κατά  490,9% σε ένα χρόνο και το 2003 θα το πάει στο 6,3%, δηλαδή θα το αυξήσει κατά ένα άλλο 554,54%. Με λίγα λόγια θα μπορεί να χρηματοδοτεί με δωρεάν χρήμα ή με δάνεια και θα εξαρτά από το καθεστώς μέσω του κρατικού μηχανισμού με διάφορες πιέσεις, όποιον θέλει και μάλιστα με μεγαλύτερη άνεση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να εκτιμήσει κανείς ποιοτικά το μέτρο της απόκλισης από τους νόμους της ελεύθερης αγοράς σ’ ότι αφορά στα ολυμπιακά έργα και στα έργα του Γ’ ΚΠΣ.
 Το δωρεάν χρήμα, σαν παράδειγμα το χρήμα στον Κόκκαλη, μπορεί να υπάρχει όχι μόνο γιατί υπάρχει το μονοπώλιο με πολιτικούς όρους αλλά και γιατί το μονοπώλιο αυτό στηρίζει την ύπαρξη του και δυναμώνει την εξουσία του μέσα από το ίδιο το σαμποτάρισμα της παραγωγής.
 Όμως το Ιε και το Ια είναι μεγέθη που αφορούν την εγχώρια παραγωγή. Μια οικονομία συνδέεται με το εξωτερικό και με τις καθαρές εξαγωγές που είναι το άθροισμα του εμπορικού και του ισοζυγίου των υπηρεσιών που τις παραστήσαμε με Χ. Στις καθαρές εξαγωγές συμμετέχει και το κράτος μαζί με τους ιδιώτες. Οι κρατικές υπηρεσίες εισάγουν και εξάγουν προϊόντα και υπηρεσίες επομένως συμμετέχουν στην διαμόρφωση του Χ τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις, δηλαδή οι ιδιώτες έχουν ακαθάριστη ιδιωτική επένδυση στο εσωτερικό  ίση με Ιε, επενδύουν στη παραγωγή αξία ίση με Ιε για να τη συντηρήσουν και να την αναπτύξουν παραπέρα. Ταυτόχρονα οι ιδιώτες ξόδεψαν αξία Σ για τη συντήρηση τους. Μια άλλη αξία ίση με Χ θα εισέρχεται στην οικονομία αν οι καθαρές εξαγωγές είναι θετικές και η αξία αυτή θα είναι αποτέλεσμα της δραστηριότητας του κράτους και των ιδιωτών .Όλες οι κρατικές δαπάνες είτε κατανάλωσης πχ τρόφιμα για το στρατό, είτε αεροπλάνα είτε οποιοδήποτε επενδυόμενο πάγιο κεφάλαιο είναι μια αξία που εισέρχεται στην οικονομία και την παριστάνουμε με Κδ. Επομένως το σύνολο των αξιών που διαπιστώνονται στην οικονομία σε ένα έτος που είναι το ΑΕΠ, δίνονται από την ισότητα: ΑΕΠ = Σ+Ιε+Χ+Κδ
 Αν με Κα παραστήσουμε την κρατική αποταμίευση, δηλαδή το χρήμα που έμεινε στο κράτος μετά τις δαπάνες του για τη λειτουργία του και μόνο (δεν συμπεριλαμβάνονται οι κρατικές επενδύσεις) τότε θα πρέπει αναγκαστικά να ισχύει
 Κε+Ιε+Χ=Ια+Κα  Όπου Κε είναι οι κρατικές επενδύσεις.
Η εξίσωση δεν λέει παρά κάτι το αυτονόητο, ότι δηλαδή το χρήμα που περίσσεψε στα χέρια των ιδιωτών (Ια) και στο κράτος (Κ) αφότου αυτοί ξόδεψαν για τη συντήρηση τους και τη λειτουργία τους δεν είναι παρά η αξία που έχει βρεθεί τελικά στα χέρια τους, που είναι το άθροισμα των κρατικών και ιδιωτικών επενδύσεων καθώς και της αξίας Χ που έρευσε από το εξωτερικό. Οι προηγούμενες εξισώσεις ισχύουν και για τα ελλείμματα. Όπως είδαμε το έλλειμμα Ια- Ιε= -5,4% για το 2001 καθορίζεται από το παραγωγικό σαμποτάζ και το ίδιο συμβαίνει και για το έλλειμμα Χ που καθορίζεται από το εμπορικό έλλειμμα. Έτσι και η κρατική αποταμίευση που είναι
Κα=Κε+(Ιε-Ια)+Χ καθορίζεται με τη σειρά της από το παραγωγικό σαμποτάζ. Αν το έλλειμμα Χ για τους οχτώ πρώτους μήνες του 2001 το επεκτείνουμε ομοιόμορφα και στους υπόλοιπους μήνες του χρόνου, τότε με ΑΕΠ 129.665 εκατ. ευρώ το 2001 βρίσκουμε από τον πίνακα ότι Χ=9,31% του ΑΕΠ. Έτσι το κρατικό έλλειμμα ή το δημοσιονομικό έλλειμμα  για το 2001 που λογαριάζεται σαν το χρήμα που έμεινε τελικά στα ταμεία του κράτους μετά την πραγματοποίηση των κρατικών επενδύσεων θα είναι Κα-Κε=-5,4-9,31=-3,91% του ΑΕΠ. Αυτό το έλλειμμα δημιουργεί η οικονομία μέσα στο 2001. Ο βουλευτής της Ν.Δ Αλογοσκούφης ισχυρίζεται ότι για το δημόσιο έλλειμμα μέσα στο 2001 αυξήθηκε κατά 5,99% του ΑΕΠ πάνω από το δημόσιο χρέος του 2000 που το εμφανίζει το καθεστώς ίσο με 102,7% του ΑΕΠ.
 Ο Αλογοσκούφης δηλαδή έδωσε στη δημοσιότητα δημόσιο χρέος για το 2001 ίσο με 108,69% του ΑΕΠ. Εμείς κάναμε μια υπόθεση και βρήκαμε το δημόσιο χρέος ίσο με 106,6% του ΑΕΠ. Όμως στο τελικό αποτέλεσμα πρέπει να προσθέσουμε και την εξαπάτηση του Χριστοδουλάκη που είναι ένα κρυμμένο χρέος 1,95% του ΑΕΠ, που το βρήκε η Eurostat, και βρίσκουμε τελικά  ότι το δημόσιο χρέος το 2001 είναι 108,51% του ΑΕΠ. Ο Αλογοσκούφης βέβαια μετά από αυτή την αποκάλυψη ισχυροποίησε την άποψη του για την επίσπευση των εκλογών, όμως ο αρχηγός του, που στηρίζει με αυτοθυσία το καθεστώς, αναφέρθηκε μια φορά στο δημόσιο έλλειμμα λέγοντας ότι αυξήθηκε πάνω από το 10% και στη συνέχεια προτίμησε να μιλάει για ’’κυβερνητικά ψυχολογικά σοκ’’ και για ‘’κουρασμένα παλικάρια’’. Από το Βήμα της 2/6/2002 διαβάζουμε: « Όπως ανακοίνωσε προχτές ο κ. Χριστοδουλάκης οι εκπρόσωποι της  eurostat έκριναν ότι ο μη υπολογισμός των προμετόχων στο δημόσιο χρέος δεν είναι συμβατή με ισχύοντα στις άλλες κοινοτικές χώρες και έτσι υποχρεωτικά θα γίνει αναθεώρηση των μεγεθών του 2001 και του τρέχοντος έτους. Με βάση αυτά τα στοιχεία το δημόσιο χρέος, που μειώθηκε πέρυσι στο 99,06% του ΑΕΠ, θα είναι τελικά υψηλότερο περίπου κατά δυο ποσοστιαίες μονάδες δεδομένου ότι τα προμέτοχα που εκδόθηκαν πέρυσι ανήλθαν σε 2,18 δις ευρώ και μετά την υποχρεωτική αναθεώρηση αναμένεται να διαμορφωθεί στο 101,5% του ΑΕΠ. Ο υπουργός δεσμεύτηκε ότι το δημόσιο δεν πρόκειται να συνεχίσει να ακολουθεί την ίδια πρακτική, ενώ εξετάζει το ενδεχόμενο να συσταθεί κοινοπραξία τραπεζών, ώστε να ρευστοποιήσει εντός του 2002 τα εναπομείναντα προμέτοχα»
 Δηλαδή με τα προμέτοχα εισέπραττε τα χρήματα σαν δάνειο, αλλά επειδή δεν εκδίδονταν οι κανονικές μετοχές έκρυβε από την Ε.Ε τα δανεικά. Σύμφωνα με αυτόν τον κατεργάρη το δημόσιο θα εισπράξει από τις ιδιωτικοποιήσεις χρήμα που αντιστοιχεί σε 3% του ΑΕΠ.




ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΧΡΗΜΑ ΚΑΛΥΠΤΕΙ ΚΑΙ ΣΩΝΕΙ ΤΟΥΣ ΣΑΜΠΟΤΑΡΙΣΤΕΣ



 Αυτό το δημοσιονομικό έλλειμμα που βρήκαμε είναι τεράστιο, αν πάρουμε υπ’ όψιν μας ότι στα έσοδα του δημοσίου μπαίνει και το χρήμα της ΕΕ. Το χρήμα αυτό λογαριάζεται στον κρατικό προϋπολογισμό ότι εισπράττεται από το κράτος. Πραγματικά η διαχείριση του είναι κρατική. Όλα δηλαδή τα ελλείμματα πρέπει να τα δούμε συνυπολογίζοντας και το 3,8% του ΑΕΠ, που είναι δωρεάν αξία στην οικονομία, που δεν έχει σχέση με την κατανάλωση, παρά μόνο με τις επενδύσεις.
 Η κυβέρνηση για το 2001 είχε δώσει δημόσιο χρέος 99,6% του ΑΕΠ. Εμείς βρήκαμε 108,51%. Η κυβέρνηση είχε δώσει 108,51-99,6=8,91 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο δημόσιο χρέος. Να σημειωθεί ότι το μέσο δημόσιο χρέος στην ΕΕ των δεκαπέντε το 2001 είναι 63,9% του ΑΕΠ. Το πραγματικό δημόσιο χρέος πρέπει να είναι μεγαλύτερο ακόμα και από το ποσοστό που παρουσιάσαμε. Όμως το κρύβουν  συστηματικά. Με το δημόσιο χρήμα και το χρήμα της ΕΕ μιζάρονται και χρηματοδοτούνται όλες από τη ρώσικη πολιτική μορφές του κεφαλαίου, όλα τα τρωκτικά των μικρών επιχειρήσεων, όλοι οι μικροαστοί σύμβουλοι κλπ, τρέφεται ο στρατός των παρασίτων και όλοι οι κομματικοί στρατοί. Με το χρήμα αυτό χρηματοδοτείται η συγκαλυμμένη ανεργία με την διατήρηση στο δημόσιο χιλιάδων άεργων υπαλλήλων. Με το χρήμα αυτό στο χέρι οι φαιοκόκκινοι και οι Λαλιώτηδες
προσπαθούν να διαφθείρουν την κοινωνία.
Τα κρυμμένα ελλείμματα δημιουργούν φυσικά μια πλαστή εικόνα για την οικονομία. Έτσι και η αύξηση του ΑΕΠ που εμφανίζεται από τον Χριστοδουλάκη ως 3,8% είναι μια απάτη. Οι κρατικές δαπάνες που τις παραστήσαμε στο σχηματισμό του ΑΕΠ με Κδ αυξάνονται συνεχώς με δανεικά και όχι με παραγμένη αξία από την οικονομία για να ικανοποιηθούν οι αυξημένες υποχρεώσεις του καθεστώτος για τη διατήρηση της κυριαρχίας του. Αυτή η αύξηση των δαπανών αυξάνει το ΑΕΠ με τη διαφορά ότι αυτές οι ανάγκες γίνονται με δανεικά,
Η αύξηση των δαπανών δεν προέρχεται από την πραγματική αύξηση του ΑΕΠ, δεν πρόκειται δηλαδή για αξία που παράχθηκε από την οικονομία. Γι’ αυτό το λόγο και το σύμφωνο σταθερότητας έχει ως όρο την μείωση του δημόσιου ελλείμματος ή την σταθεροποίηση του. Τότε μόνο μπορείς να συγκρίνεις τους ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ των διαφόρων χωρών, όταν δηλαδή το ΑΕΠ σχηματίζεται από αξίες παραγμένες από την οικονομία και όχι από δανεικά,
 Οι παραγμένες αξίες λοιπόν στην οικονομία κατά το 2001 όχι μόνο δεν παρουσίασαν αύξηση κατά 3,8%, αλλά αντίθετα μειώθηκαν συντριπτικά, Πόσο μειώθηκαν θα φανεί στο μέλλον.