"Οι αστικές επαναστάσεις, σαν τις επαναστάσεις του δέκατου όγδοου αιώνα, ορμούν γρήγορα από επιτυχία σε επιτυχία, τα δραματικά τους αποτελέσματα ξεπερνούν το ένα το άλλο, άνθρωποι και πράγματα φαίνονται σαν σε φωτιές διαμαντιών. Η έκσταση είναι το πνεύμα κάθε ημέρας. Μα η ζωή τους είναι μικρή. Σε λίγο φτάνουν κι όλας στο ανώτατο σημείο τους και μια μακρυά αποχαύνωση κυριεύει ύστερα την κοινωνία πριν μάθει να αφομειώνει νηφάλια τα αποτελέσματα της ορμητικής και θυελλώδικης εποχής της.

Αντίθετα οι προλεταριακές επαναστάσεις, όπως οι επαναστάσεις του δέκατου ένατου αιώνα, κάνουν αδιάκοπη κριτική στον ίδιο τον εαυτό τους, διακόπτουν κάθε στιγμή την πορεία τους, γυρίζουν πάλι σε εκείνο που φαίνεται πως έχει πραγματοποιηθεί για να το ξαναρχίσουν από την αρχή, χλευάζουν με ωμή ακρίβεια τις ασυνέπειες, τις αδυναμίες και τις ελεεινότητες που παρουσιάζουν οι πρώτες δοκιμές τους, φαίνονται πως ξαπλώνουν κάτω τον αντίπαλό τους μόνο για να αντλήσει καινούργιες δυνάμεις από τη γη και να σηκωθεί μπροστά τους πιο γιγάντιος, οπισθοχωρούν ολοένα μπροστά στην απροσδιόριστη απεραντοσύνη των ίδιων των σκοπών τους, ώσπου να δημιουργηθούν οι όροι που κάνουν αδύνατο κάθε πισωγύρισμα και οι ίδιες οι περιστάσεις φωνάζουν: Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα".

Κ. Μάρξ. 18η Μπρυμέρ

Σημαντικά πολιτικά γεγονότα

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Για την ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας και πράξης στη σημερινή φάση εξέλιξης του ιμπεριαλισμού


Με την ευκαιρία της δημοσίευσης του φιλοσοφικού δοκιμίου του Μάο Τσε Τουνγκ «Για την Πράξη»

Δημοσιεύσαμε σε δύο συνέχειες στα φύλλα 483 και 484 της Νέας Ανατολής το σπουδαίο φιλοσοφικό δοκίμιο «Για την πράξη» που έγραψε ο Μάο Τσε Τουνγκ το 1937 στη διάρκεια του αντιγιαπωνέζικου εθνικοαπελευθερωτικού πολέμου. Στο κάθε κομμάτι είχαμε γράψει και από ένα μικρό πρόλογο. Τώρα το δημοσιεύουμε όλο μαζί στην ιστοσελίδα της ΟΑΚΚΕ.


Αρχικά είχαμε την πρόθεση να ενοποιήσουμε κάπως τους δύο προλόγους, με έναν τρίτο επίσης ολιγόλογο. Αρχίζοντας όμως να γράφουμε αυτόν τον τελευταίο, αισθανθήκαμε την ανάγκη να διατυπώσουμε κάποιες σκέψεις για το γενικότερο πλαίσιο μέσα στο οποίο κατά τη γνώμη μας εξελίσσεται η σημερινή πάλη για την ανάπτυξη της μαρξιστικής γνώσης και τελικά της πράξης. Δεν είναι τυχαίο ότι από όλα τα θεωρητικά κείμενα του Μάο Τσε Τουνγκ διαλέξαμε αυτό για να δημοσιεύσουμε σε αυτή τη φάση και μάλιστα το μεταφράσαμε και από το γαλλικό πρωτότυπο των παλιών κινέζικων εκδόσεων του Λαού για να είναι πιο ακριβές. Είμαστε στη φάση που η θεωρία του επαναστατικού μαρξισμού ναι μεν εξακολουθεί να είναι θαμμένη κάτω από τόνους άγνοιας, διαστρέβλωσης και λάσπης, όμως έχει αρχίσει να γίνεται πολύ πολυτιμότερη από όσο πριν γιατί πολλοί καταπιεσμένοι άνθρωποι, ιδιαίτερα στη χώρα μας αλλά και παγκόσμια αρχίζουν να βγαίνουν από μια αρκετά μακριά περίοδο πολιτικής αποχαύνωσης στην οποία τους έριξε μια αντίστοιχη περίοδος σχετικής ιμπεριαλιστικής σταθεροποίησης και σχετικής ευημερίας, ιδιαίτερα στο Βορρά. Αυτή η σχετική ευημερία ήταν ένα είδος οικονομικού ανταλλάγματος που πλήρωσε η αστική τάξη για την απώλεια της πολιτικής εξουσίας της εργατικής τάξης στην ΕΣΣΔ και στην Κίνα και τελικά για την απώλεια της ανεξάρτητης οργανωτικής δύναμης, και της αυτόνομης πολιτικής σκέψης του παγκόσμιου συνειδητού προλεταριάτου. Τώρα αρχίζουν οι λαοί να πληρώνουν το βαρύ τίμημα αυτής της απώλειας με την άνοδο της φασιστικής και σοσιαλφασιστικής βαρβαρότητας παντού.
Το συγκεκριμένο λοιπόν φιλοσοφικό κείμενο του Μάο υπήρξε εξαιρετικά πολύτιμος οδηγός για την ΟΑΚΚΕ στην ως τώρα πορεία της και πιστεύουμε πρέπει να μελετιέται σοβαρά και μάλιστα ξανά και ξανά από κάθε επαναστάτη. Λέμε ξανά και ξανά εννοώντας ότι κάθε φορά που διαβάζει κανείς τέτοια κλασσικά κείμενα βρίσκει μέσα τους νέες πλουσιότερες απαντήσεις σε νέα ανώτερα ερωτήματα που διαρκώς του βάζει η πείρα της ζωής.
Το δοκίμιο αυτό είναι πολύ επίκαιρο γιατί οι πολιτικές εξελίξεις και στη χώρα μας και παγκόσμια, δηλαδή η γενική κοινωνική πρακτική έρχεται να κάνει σήμερα δύο πράγματα ταυτόχρονα: Το ένα είναι να επαληθεύσει τις αναλύσεις και τις προβλέψεις μας που στηρίχθηκαν στην πολύχρονη πρακτική μας συμμετοχή στην ταξική πάλη κάτω από το φως της μαρξιστικής-λενινιστικής-μαοϊστικής θεωρίας, δηλαδή που εκπονήθηκαν ενάντια στο δογματισμό και στον εμπειρισμό. Το άλλο, και το σημαντικότερο, είναι να μας σπρώξει στο να βάλουμε τις όποιες θεωρητικές μας καταχτήσεις στην υπηρεσία μιας νέας περιόδου πρακτικής και θεωρητικής πάλης που θα δοθεί σε ανώτερο επίπεδο, και που θα περιλαμβάνει την πάλη για την αποτροπή της ωμής φασιστικής δικτατορίας και του πολέμου που ετοιμάζουν οι σοσιαλιμπεριαλιστές και οι πράκτορές τους στη χώρα μας και παγκόσμια και την πάλη για την ίδρυση του νέου κομμουνιστικού κόμματος.
Πρέπει να προσεχτούν ιδιαίτερα τα σημεία του δοκιμίου στα οποία ο Μάο φωτίζει και αναπτύσσει το σημαντικότερο ρόλο που παίζει η πράξη στο διαλεκτικό δίπολο γνώση-πράξη. Από τη μία η πράξη είναι ο πλουσιότερος και γονιμότερος δρόμος για την τροφοδοσία του ανθρώπου με αισθητηριακά δεδομένα από τα οποία ξεκινάει η γνωστική λειτουργία και από την άλλη είναι ο μεγάλος ελεγκτής της αλήθειας που περιέχει κάθε γνώση καθώς και ο προωθητής της παραπέρα ανάπτυξής της. Φτάνει να έχει κανείς κάποια ιδέα από την καθοδηγητική πορεία του συγγραφέα στην κινέζικη επανάσταση για να διαπιστώσει ότι αυτά που γράφει έχουν επιβεβαιωθεί ξανά και ξανά από την πείρα του αλλά είναι και θεωρητικές αναπτύξεις από τον ίδιο, μέσα από τους αγώνες του κινέζικου προλεταριάτου και της φτωχής αγροτιάς, της μαρξιστικής -λενινιστικής διδασκαλίας για τη γνώση. Είναι χαρακτηριστικό εκείνο το σημείο στο οποίο ο νεαρός τότε Μάο αναφέρεται στη διαρκή διόρθωση των επαναστατικών σχεδιασμών και την ανάπτυξή τους μέσα από το λάθος και από την αποτυχία, που σημαίνει στη διόρθωση της πολιτικής γραμμής μέσα από την επιτυχημένη ή όχι εφαρμογή της στην πράξη. Αυτή είναι η θεωρητική συμπύκνωση του δρόμου για την κατάκτηση της θεωρητικής γνώσης που ακολούθησε ο ίδιος από την αρχή της επαναστατικής του πορείας ως την τελευταία του πνοή.
Αυτό που πρέπει να κρατάμε στο μυαλό μας στη σημερινή εποχή των πιο ασύλληπτων και πρωτόφαντων αλλαγών στην ιστορία του ιμπεριαλισμού είναι ιδιαίτερα δύο αποσπάσματα από αυτό το κείμενο. Το ένα είναι: «Στις συνθήκες της φεουδαρχικής κοινωνίας ήταν αδύνατο να γνωρίζουν από τα πριν οι άνθρωποι τους νόμους της καπιταλιστικής κοινωνίας, εφόσον ο καπιταλισμός δεν είχε κάμει ακόμα την εμφάνισή του και δεν υπήρχε μια αντίστοιχη πρακτική. Ο μαρξισμός δεν μπορούσε παρά να είναι προϊόν της καπιταλιστικής κοινωνίας. Στην εποχή του φιλελεύθερου καπιταλισμού ο Μαρξ δεν μπορούσε να γνωρίζει από τα πριν, συγκεκριμένα, ορισμένους νόμους, χαρακτηριστικούς της εποχής του ιμπεριαλισμού, εφόσον ο ιμπεριαλισμός, σαν το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, δεν είχε κάμει ακόμα την εμφάνισή του οπότε έλλειπε η αντίστοιχη πρακτική· μόνο ο Λένιν και ο Στάλιν μπόρεσαν να αναλάβουν αυτό το καθήκον. Ο Μαρξ, ο Ένγκελς, ο Λένιν και ο Στάλιν μπόρεσαν να δημιουργήσουν τη θεωρία τους, πέρα από τη μεγαλοφυία τους, προπαντός γιατί πήραν μέρος προσωπικά στην πρακτική της ταξικής πάλης και της επιστημονικής εμπειρίας της εποχής τους· χωρίς αυτήν την συνθήκη καμιά μεγαλοφυία δεν θα μπορούσε να το καταφέρει αυτό».
Το άλλο απόσπασμα που κλείνει συμπερασματικά όλο το δοκίμιο είναι το εξής:
«Από την πρακτική να ανακαλύπτουμε τις αλήθειες, και ακόμα από την πρακτική να επιβεβαιώνουμε τις αλήθειες και να τις αναπτύσσουμε. Να ξεκινάμε από την αισθητηριακή γνώση για να υψωθούμε ενεργά στη λογική γνώση, μετά να ξεκινάμε από τη λογική γνώση για να καθοδηγούμε δραστήρια την επαναστατική πρακτική για να μετασχηματίσουμε τον υποκειμενικό και αντικειμενικό κόσμο. Η πρακτική, η γνώση, μετά ξανά η πρακτική και η γνώση. Αυτή η κυκλική μορφή δεν έχει τέλος, και επί πλέον, σε κάθε κύκλο, το περιεχόμενο της πρακτικής και της γνώσης υψώνεται σε ένα ανώτερο επίπεδο».
Μπορεί να δει κανείς πως αυτά τα λόγια του νεαρού τότε Μάο βρήκαν την επαλήθευσή τους πολλές δεκαετίες μετά όταν και ο ίδιος χρειάστηκε να αναπτύξει τις θεωρητικές ανακαλύψεις του Λένιν και μετά του Στάλιν για την περίοδο του ιμπεριαλισμού ακριβώς επειδή ο τελευταίος συνέχισε να εξελίσσεται με διαρκώς νέες και πιο ανεπτυγμένες μορφές ως τα σήμερα.
Πως φτάσαμε στη θεωρία του μαρξισμού-λενινισμού-μαοϊσμού μέσα από τις μεγάλες στροφές της ταξικής πάλης
Ο Λένιν είναι ο ιδρυτής της μαρξιστικής θεωρητικής ανάλυσης του καπιταλισμού για ανώτερο στάδιο του αυτό του ιμπεριαλισμού, και καθοδήγησε πρακτικά το παγκόσμιο προλεταριάτο και τους λαούς ενάντια ταυτόχρονα και στα δύο ιμπεριαλιστικά στρατόπεδα που πολέμησαν ανάμεσά τους για το μοίρασμα των αποικιών προκαλώντας τον α΄ παγκόσμιο πόλεμο. Αναλύοντας τον ιμπεριαλισμό ο Λένιν συνέλαβε τη δυνατότητα της νίκης της επανάστασης κατ αρχήν σε μια χώρα και μάλιστα όχι ανεπτυγμένη καπιταλιστικά εξαιτίας της όξυνσης των ενδο-ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Στη βάση αυτή ανέπτυξε τη στρατηγική και τακτική της ρώσικης επανάστασης που γεννήθηκε μέσα από αυτόν τον πόλεμο.
Όμως ο Λένιν δεν ήταν καθόλου υποχρεωμένος να προβλέψει και ακόμα λιγότερο να αναλάβει να αντιμετωπίσει το γεγονός ότι οι νικημένοι ιμπεριαλιστές του ενός στρατοπέδου μαζί με την Ιαπωνία θα δοκίμαζαν 23 χρόνια μετά ένα νέο παγκόσμιο πόλεμο με τον οποίο θα επεδίωκαν όχι απλά ένα νέο μοίρασμα των αποικιών αλλά να μετατρέψουν τη μεν σοσιαλιστική ΕΣΣΔ σε αποικία δούλων εξοντώνοντας μάλιστα φυσικά τα μέλη του κομμουνιστικού κόμματος, τις δε ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές χώρες σε μισοαποικίες. Ήταν το σοβιετικό επαναστατικό προλεταριάτο που είχε την υποχρέωση να απαντήσει στα ιδιαίτερα πολιτικά προβλήματα που έβαζε η νέα αυτή φάση του ιμπεριαλισμού μετά το θάνατο του Λένιν. Ήδη ο επόμενος ηγέτης του σοβιετικού προλεταριάτου και τελικά και του παγκόσμιου, ο Στάλιν είχε αναπτύξει τη θεωρία της σοσιαλιστικής επανάστασης σε μια χώρα με τη θεωρία και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα. Η τελευταία δεν θα είχε προκύψει χωρίς την πολύ οδυνηρή εμπειρία του λυσσαλέου ιμπεριαλιστικού αποκλεισμού της ΕΣΣΔ μετά το 1917 αλλά και χωρίς τη θετική εμπειρία του πολιτικού και παραγωγικού ενθουσιασμού του σοβιετικού προλεταριάτου που έκανε δυνατή μια τέτοια οικοδόμηση. Χάρη σε αυτή τη θεωρία και την αντίστοιχη πρακτική πάλη ο Στάλιν έβαλε τη βάση για τη νικηφόρα πολιτικο-οικονομική και στρατιωτική άμυνα της ΕΣΣΔ στην κατοπινή επίθεση της ναζιστικής ιμπεριαλιστικής αντεπανάστασης. Αλλά η κοσμοϊστορική αυτή νίκη θα ήταν αδύνατη αν ο Στάλιν, με συνεργάτη του τον Γ. Δημητρόφ, δεν εκπονούσε τη στρατηγική θεωρία του παγκόσμιου αντιφασιστικού μετώπου στο οποίο κάλεσε πολύ πριν από τον παγκόσμιο πόλεμο να συμμετάσχουν και τις νικήτριες χώρες του πρώτου ιμπεριαλιστικού πολέμου, δηλαδή αν δεν προσδιόριζε στην ουσία σαν κύριο εχθρό του παγκόσμιου προλεταριάτου το ένα από τα δύο ιμπεριαλιστικά στρατόπεδα. Βέβαια αυτές οι χώρες δεν έσπευσαν να μπουν σε ένα τέτοιο μέτωπο αλλά είτε κράτησαν ουδέτερη στάση ή και προσπάθησαν να κατευνάσουν τη χιτλερική Γερμανία σε βάρος άλλων χωρών ή και της ίδιας της ΕΣΣΔ. Όμως τελικά υποχρεώθηκαν σε συμμετοχή σε αυτό το μέτωπο. Όσοι, με πρώτους τους τροτσκιστές, δεν καταλάβανε τη διαφορετική φύση του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου σε σχέση με τον πρώτο και που ήταν οι ίδιοι που αντιτάχθηκαν στη θεωρία και πρακτική του σοσιαλισμού σε μια χώρα, βρέθηκαν ουσιαστικά στο φιλοναζιστικό στρατόπεδο. Αν ο Στάλιν υιοθετούσε τις απόψεις τους ο κόσμος θα είχε βυθιστεί στη χειρότερη βαρβαρότητα.
Μέσα από αυτή την νικηφόρα θεωρία και πρακτική της λενινιστικής και σταλινικής Γ΄ Διεθνούς γεννήθηκε η λαϊκή δημοκρατική και μετά σοσιαλιστική εξουσία στην Κίνα, καθώς και οι λαϊκές δημοκρατίες της Ευρώπης και δημιουργήθηκε το σοσιαλιστικό στρατόπεδο.
Όμως ο Στάλιν, όπως και όλη η τρίτη Διεθνής, ενώ διείδαν με μεγάλη οξυδέρκεια την αυξανόμενη ένταση της εξωτερικής ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης και τις εσωτερικές της συνέπειες για την ΕΣΣΔ δεν μπόρεσαν να συλλάβουν διαλεκτικά το γεγονός ότι η ταξική πάλη οξυνόταν και από καθαρά εσωτερικούς λόγους μέσα στην ΕΣΣΔ, ιδιαίτερα μέσα από το πελώριο και πολύπλοκο κίνημα της κολλεκτιβοποίησης, και ότι μια αστική τάξη νέου τύπου γεννιόταν μέσα σε αυτήν. Έτσι τελικά αυτή συγκροτήθηκε πολιτικά και μάλιστα συνωμοτικά μέσα στο ίδιο το πολιτικό κόμμα του προλεταριάτου, κατέλαβε κεντρικές ηγετικές θέσεις σε αυτό και στα 1956 ανέτρεψε την εξουσία της εργατικής τάξης χωρίς αυτή στο μεγάλο της όγκο να συλλάβει την ποιοτική αλλαγή που συντελέστηκε σε βάρος της. Πάντως και αν τα διέκριναν όλα αυτά από πιο νωρίς οι επαναστάτες ηγέτες του ΚΚΣΕ με επικεφαλής τον Στάλιν, δεν θα μπορούσαν από τα πριν να ξέρουν ότι αυτή η τάξη αφού θα κατελάμβανε πραξικοπηματικά την εξουσία θα μετέτρεπε την ΕΣΣΔ σε μια ιμπεριαλιστική χώρα με μορφή αντικαπιταλιστική και ουσία χιτλερική, ότι με τη βοήθεια της αμερικάνικης υπερδύναμης και των άλλων δυτικών ιμπεριαλιστών θα εξαπέλυε μια αντεπαναστατική λαίλαπα που θα κατάφερνε να μετατρέψει παντού (με την εξαίρεση, σε πρώτη φάση, της Κίνας) τα προλεταριακά κόμματα σε σοσιαλ-φασιστικά, ότι θα υπονόμευε τις προλεταριακές και λαϊκές δημοκρατικές επαναστάσεις σε όλο τον κόσμο, ότι θα τις μετέτρεπε, όσο μπορούσε, στο αντίθετό τους και τελικά ότι θα υψωνόταν απέναντι στους δυτικούς ιμπεριαλιστές σαν ο βασικός ανοιχτός ιμπεριαλιστής ανταγωνιστής τους ζητώντας για μια ακόμα φορά ένα νέο χιτλερικού τύπου ξαναμοίρασμα του κόσμου.
Τις θεωρητικές βάσεις για την ανάλυση αυτής της διαδικασίας της παλινόρθωσης που οδήγησε σε μια νέα φάση στην εξέλιξη του ιμπεριαλισμού και του σοσιαλιμπεριαλισμού τις έβαλε ο Μάο Τσε Τουνγκ. Αυτός ήταν ο ηγέτης του μόνου προλεταριάτου, του κινέζικου, που έμεινε όρθιο για πολλά χρόνια μετά την επίθεση των παλινορθωτών της ΕΣΣΔ. Για να λύσει το πρακτικό ζήτημα της άμυνας της κόκκινης Κίνας απέναντι στην παλινόρθωση ο Μάο ανέπτυξε το μαρξισμό-λενινισμό με δύο μεγάλες θεωρητικές ανακαλύψεις. Η μία, η σημαντικότερη, είναι η θεωρία της συνέχισης της επανάστασης κάτω από τις συνθήκες της δικτατορίας του προλεταριάτου που το ΚΚ Κίνας την έβαλε σε πράξη με τη μεγάλη προλεταριακή πολιτιστική επανάσταση, και η άλλη είναι η στρατηγική θεωρία των 3 κόσμων που ήταν ουσιαστικά και η βάση της εξωτερικής πολιτικής του ΚΚ Κίνας μετά τη ρώσικη εισβολή στην Τσεχοσλοβακία το 1968.
Σύμφωνα με την πρώτη ανακάλυψη η πολιτική πάλη του προλεταριάτου κάτω από την καθοδήγηση του κομμουνιστικού κόμματος ενάντια στην αστική τάξη νέου τύπου και τους εκπροσώπους της μέσα στο κόμμα δεν φτάνει να δίνεται βασικά μέσα στο κόμμα, ιδιαίτερα στα ηγετικά του όργανα, όπως δόθηκε στην ΕΣΣΔ, ιδιαίτερα στην τελευταία μεταπολεμική φάση πριν την παλινόρθωση, αλλά να δίνεται κάτω από κομματική καθοδήγηση κυρίως από τις ίδιες τις πλατιές κομματικές και εξωκομματικές μάζεςμέσα από ανοιχτά και θυελλώδη κινήματα κριτικής και αυτοκριτικής. Στόχος αυτών των κινημάτων δεν είναι τόσο η διόρθωση των λαθών των κομματικών στελεχών που έχουν πάρει τον καπιταλιστικό δρόμο και ούτε καν η απομάκρυνση από το κόμμα των πιο εχθρικών και αδιόρθωτων αστικών στοιχείων ανάμεσα σε αυτά, αλλά η ανάπτυξη του πολιτικού και ιδεολογικού επιπέδου των μαζών μέσα από την ίδια την πρακτική πολιτική τους εμπειρία όπως γίνεται στην κλασσική προεπαναστατική ταξική πάλη αλλά χωρίς τον αιματηρό γενικά ανταγωνιστικό χαρακτήρα της τελευταίαςΓια να διευκολυνθεί η πάλη των γραμμών και να μειωθούν οι μάταιοι και βλαπτικοί ανταγωνισμοί ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να ασκήσουν και να δεχτούν την κριτική, ο Μάο έκανε με σαφήνεια το σπουδαίο και καίριο διαχωρισμό ανάμεσα στις αντιθέσεις στους κόλπους του λαού και εκείνες ανάμεσα στο λαό και τον εχθρό. Κάθε κριτική δηλαδή πρέπει να ξεκινάει με πρόθεση τη διόρθωση των λαθών και την επίτευξη ανώτερης ενότητας μέσα στο κόμμα και στις μάζες και όχι τη συντριβή του φορέα της λαθεμένης θέσης. Διορθώνοντας το βασικό λάθος του Στάλιν, ο Μάο δεν αρκέστηκε στο να πετύχει χάρη και στο δικό του πελώριο κύρος, μια ενότητα στο ΚΚ Κίνας με την εύκολη αυτοκριτική του φορέα μιας λαθεμένης θέσης, αλλά με την ανάδειξη των μεγάλων ιδεολογικο-πολιτικών αντιθέσεων που βρίσκονται πίσω από μια τέτοια θέση, αντιθέσεων οι οποίες διαπερνούν το κόμμα και την κοινωνία και οι οποίες ξεπερνιούνται μέσα από μια μακριά, κατά κύματα και επώδυνη διαδικασία ενότητας-κριτικής-ενότητας στην οποία να εμπλέκονται και οι ίδιες οι μάζες. Κάθε άλλη κομματική και παλλαϊκή ενότητα έξω από την αντίληψη της συνέχισης της ταξικής πάλης μέσα στην κοινωνία και μέσα στο κόμμα είναι για το μαοϊσμό επίπλαστη και εξαιρετικά προσωρινή και εύθραυστη. Αλλά ακόμα και αν μια κριτική αποδειχτεί στην πράξη χωρίς αντίκρυσμα, δηλαδή αν η αντίθεση που βρίσκεται από κάτω της είναι αντίθεση με τον εχθρό, ακόμα και τότε, εφόσον ο εχθρός δεν οργανώνει ένοπλη αντεπανάσταση και δεν διαπράττει τέτοιου είδους εγκλήματα, δεν εξοντώνεται. Έτσι δεν ακολουθούνται ή περιορίζονται στο ελάχιστο πρακτικές της σοβιετικής επαναστατικής δικτατορίας του προλεταριάτου να τιμωρούνται ακόμα και με θάνατο πολιτικά στελέχη του κόμματος, δίχως να έχει αποδειχτεί πέρα από κάθε αμφιβολία στις κομματικές και εξωκομματικές μάζες η βίαιη αντεπαναστατική τους πρόθεση και δράση. Στο σημείο αυτό πάτησαν οι χρουστσοφικοί παλινορθωτές και οι δυτικοί αντικομμουνιστές για να διογκώσουν και να διαστρεβλώσουν με ασύλληπτο τρόπο την ταξική φύση αυτής της βίας και να κατασυκοφαντήσουν την ΕΣΣΔ σαν μια τερατώδη φασιστική δικτατορία και τον Στάλιν σαν έναν αιμοδιψή απόλυτο μονάρχη.
Με τη δεύτερη θεωρητική του ανάπτυξη ο Μάο προχώρησε παραπέρα τη στρατηγική του λενινιστικού και σταλινικού ενιαίου μετώπου για το σπάσιμο της ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης αυτή τη φορά της κόκκινης Κίνας μετά τη ρώσικη παλινόρθωση. Αυτή η στρατηγική θεωρία, που συνέθετε στις νέες συνθήκες τις 4 μεγάλες βασικές αντιθέσεις του ιμπεριαλιστικού κόσμου (αντίθεση ιμπεριαλισμός-λαοί, ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις, αντίθεση αστική τάξη-προλεταριάτο στις καπιταλιστικά ανεπτυγμένες χώρες, καπιταλιστικό-σοσιαλιστικό στρατόπεδο), αντιστοιχούσε στη νέα φάση της ιμπεριαλιστικής υπερσυγκέντρωσης ισχύος σε δύο υπερδυνάμεις, στις ΗΠΑ και στη Ρωσία. Απέναντι σε αυτές ο Μάο ανακάλυψε ότι υψωνόταν σε γενικό στρατηγικό επίπεδο, εκτός από την Κίνα, μια νέα μεγάλη διεθνής δύναμη που ήταν οι χώρες του Τρίτου κόσμου, που ήταν στην πλειοψηφία τους οι χώρες που μετά τον β΄ παγκόσμιο είχαν βγει από την αποικιοκρατία και έπαιρναν το δρόμο της εθνικής καπιταλιστικής ή λαϊκοδημοκρατικής ανάπτυξης και σε κάθε περίπτωση το δρόμο της πολιτικής ανεξαρτησίας από τον ιμπεριαλισμό. Αυτό το στρατόπεδο, στο οποίο ο Μάο έντασσε και την ίδια την Κίνα, το έβαλε στο κέντρο της στρατηγικής του ενιαίου μετώπου ενάντια στις δύο υπερδυνάμεις με αιχμή το ρώσικο σοσιαλιμπεραλισμό που από τότε κατήγγειλε σαν χιτλερικού τύπου και τον οποίο σε ότι αφορούσε την Κίνα, τον θεωρούσε σαν μεγαλύτερο εχθρό ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις. Επίσης στο ενιαίο αντιυπερδυναμικό μέτωπο συμπεριέλαβε και τις ιμπεριαλιστικές χώρες δεύτερης γραμμής (τις τότε δυτικές χώρες της Ευρώπης, την Ιαπωνία, τον Καναδά, και την Αυστραλία) καθώς η ίδια αυτή ιμπεριαλιστική υπερσυγκέντρωση, που έφερε στο ιστορικό προσκήνιο τις δύο ιμπεριαλιστικές υπερδυνάμεις, ανέδειξε αντικειμενικά σε πρώτο πλάνο και τις αντιθέσεις αυτών των υπερδυνάμεων με τις πολύ πιο αδύναμες χώρες του δεύτερου κόσμου που υφίστανται τις επεμβάσεις και την πίεση των πρώτων.
Η μεγάλη προλεταριακή πολιτιστική επανάσταση και η πολιτική του ενιαίου μετώπου ενάντια στις δύο υπερδυνάμεις καθυστέρησαν την καπιταλιστική παλινόρθωση της Κίνας και έδωσαν αθάνατα μαθήματα στις μελλοντικές προλεταριακές εξουσίες, αλλά δεν ήταν δυνατό από μόνες τους να την εμποδίσουν.
Μία βασική αιτία γι αυτό πέρα από τις πολιτικές και πολιτιστικές αδυναμίες του νεαρού ακόμα κινέζικου επαναστατικού προλεταριάτου, ήταν ότι αυτό δεν είχε αντικειμενικά τον καιρό, όπως και η ίδια η μαοϊστική αριστερά του κόμματος, να αφομοιώσει γρήγορα τα πολιτικά διδάγματα από την εξαιρετικά πολύπλοκη πάλη γραμμών της πολιτιστικής επανάστασης. Αυτή η αριστερά είχε απέναντί της τους ασύλληπτα διπρόσωπους, καλοδιαβασμένους από τους ρώσους παλινορθωτές και με πολλές μορφές, «αριστερές» και δεξιές, κινέζους σοσιαλφασίστες που πάντα παριστάνανε ότι ήταν πιο «κομματικοί» από εκείνην. Είναι ένα μεγάλο και εντελώς υποχρεωτικό έργο για το επαναστατικό κίνημα να μελετήσει βαθειά και να βγάλει μεγάλα μαθήματα από την εμπειρία της πολιτικής πάλης στην πολιτιστική επανάσταση και από τα λάθη της πραγματικής αριστεράς του ΚΚ Κίνας σε αυτήν*.
Ειδικά πρέπει να αναλυθεί ο τρόπος με τον οποίο οι σοσιαλφασίστες κατάφεραν σταδιακά, χάρη στις προβοκάτσιες του «αριστερού» σοσιαλφασισμού του Λιν Πιάο και αξιοποιώντας την απομόνωση μέσα στις μάζες και μέσα στο κόμμα του μικροαστικού αριστερού οππορτουνισμού των «τεσσάρων», να συσπειρώσουν εκτός από τους δεξιούς οππορτουνιστές και ένα μέρος από το αμήχανο κέντρο του κόμματος ενάντια στην πραγματική μαοϊστική αριστερά και τελικά ενάντια στην ίδια την πολιτιστική επανάσταση στη μοιραία για την παλινόρθωση του καπιταλισμού 3η ολομέλεια της ΚΕ, που βγήκε από το 11ο συνέδριο, το Μάρτη του 1978. Δέκα χρόνια μετά οι σοσιαλφασίστες με επικεφαλής τον Τεγκ άσκησαν την ανοιχτή δικτατορία τους με το πραξικόπημα της Τιεν Αν Μεν συντρίβοντας ή παραμερίζοντας παράλληλα τους μη σοσιαλφασίστες δεξιούς οππορτουνιστές και αστοφιλελεύθερους με τους οποίους συνεργάστηκαν για να νικήσουν την μαοιστική αριστερά.
Επίσης ένας άλλος βαθύτερος και αντικειμενικός λόγος που έκανε δυνατή την παλινόρθωση ήταν η διπλή σοσιαλιμπεριαλιστική και δυτική ιμπεριαλιστική (αυτής κυρίως οικονομική) περικύκλωση της κόκκινης Κίνας. Αυτοί οι ιμπεριαλισμοί, με τα ψευτοκομμουνιστικά αλλά και με τα σοσιαλδημοκρατικά τους κόμματα, κόμματα της πουλημένης σε αυτούς εργατικής αριστοκρατίας είχαν αποδιοργανώσει οργανωτικά, πολιτικά και ιδεολογικά το τότε δυτικό προλεταριάτο, και είχαν στομώσει τα ταξικά-διεθνιστικά και δημοκρατικά αντανακλαστικά του. Αυτό επέτρεψε στους κινέζους σοσιαλ-φασίστες παλινορθωτές σε συνεργασία με τους ρώσους δασκάλους τους, αλλά και με την απόλυτη κατανόηση των δυτικών φιλελεύθερων ιμπεριαλιστών να πνίξουν στο αίμα την ιστορική εξέγερση της Τιεν Αν Μεν. Αυτή η εξέγερση, παρά τα αρκετά αστοδημοκρατικά στοιχεία στη μορφή της, ήταν στο βάθος της η ύστατη προλεταριακή έκφραση και η συνέχεια της πολιτιστικής επανάστασης. Είναι στην εξέγερση της Τιεν Αν Μεν που κυρίως εκδηλώνεται πρακτικά η κινέζικη από τη ρώσικη παλινόρθωση η οποία δεν συνάντησε ποτέ απέναντι της ένα σταθμό παλλαϊκής εξέγερσης που να διαχωρίζει οριστικά και κυρίως φανερά την εποχή της εργατικής από την εποχή της νεο-καπιταλιστικής φασιστικής εξουσίας. Μετά την Τιεν Αν Μεν οι απομονωμένοι τότε από τον κινέζικο λαό κινέζοι σοσιαλφασίστες στηρίχθηκαν κυριολεκτικά στην εξουσία χάρη στην πελώρια οικονομική βοήθεια που τους έδωσαν οι δυτικοί μονοπωλιστές καθώς αποδέχτηκαν την έκκληση του Τεγκ Σιάο Πιγκ και μετέφεραν τεράστια παραγωγικά κεφάλαια στην Κίνα μετατρέποντάς την σε ένα παγκόσμιο βιομηχανικό εργατικό κάτεργο, κέντρο της διεθνούς εκμετάλλευσης, ανατολικής και δυτικής. Αυτή η εκμετάλλευση τιμωρεί σήμερα το δυτικό προλεταριάτο καθώς γκρέμισε και γκρεμίζει, με τους όλο και σχετικά πιο χαμηλούς μισθούς του, τη μία μετά την άλλη όλες τις πολιτικές και οικονομικές καταχτήσεις του. Τελικά θα πληρώσουν το δικό τους τίμημα και τα ίδια τα δυτικά αφεντικά που ήδη οι κινέζοι μονοπωλιστές τα εκβιάζουν οικονομικά-πιστωτικά για να πετύχουν πολιτικοστρατιωτικά και δασμολογικά ανταλλάγματα.
Η εξέλιξη του ιμπεριαλισμού και της ταξική πάλης συνεχίζεται με νέα άλματα και αλλαγές
Όμως ο ιμπεριαλιστικός κόσμος δεν μένει απλά στην εποχή της κινέζικης παλινόρθωσης. Συνεχίζει ασταμάτητα και μπροστά στα μάτια μας να αλλάζει καθημερινά και νέες μορφές του αναδύονται σε όλα τα επίπεδα, κυρίως στο οικονομικό-τεχνολογικό, αλλά και στο διπλωματικό και στρατιωτικό και νέες μεγάλες δυνάμεις έρχονται στο φως και νέοι συσχετισμοί δύναμης, οπότε νέα προβλήματα αλλά και νέες ευκαιρίες δημιουργούνται για τους λαούς και τις καταπιεζόμενες χώρες. Σήμερα η ρώσικη υπερδύναμη έχει πολλαπλασιάσει τη δύναμή της καθώς έχει βρει σαν ταίρι της τη δικιά της αντίστοιχη «αυτοκρατορική Ιαπωνία» που βρήκε η χιτλερική Γερμανία στα 1942, δηλαδή την Κίνα. Οι ΗΠΑ είναι σε διαρκή και όλο και πιο έντονη πτώση οικονομικά (από μεγαλύτερη δανείστρια που ήταν για πολλά χρόνια μετά το β΄ παγκόσμιο έχει γίνει η πιο μεγάλη χρεώστρια χώρα) και ακόμα περισσότερο είναι σε πτώση πολιτικο-διπλωματικά, όπου αντιμετωπίζει απώλεια θέσεων τη μια μετά την άλλη (Ιράκ, Αφγανιστάν, Αίγυπτο, Τυνησία). Η στρατηγική συμμαχία Ρωσίας-Κίνας υπό τη στρατιωτικο-διπλωματική ηγεμονία της πρώτης αποθρασύνει και τις δύο αυτές νεοχιτλερικές δυνάμεις και φέρνει πιο κοντά έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο μέσα από τον οποίο αυτές θα επιχειρήσουν να μετατρέψουν σε αποικίες την Ευρώπη η πρώτη και την Ιαπωνία η δεύτερη καθώς και μια σειρά χώρες του Τρίτου κόσμου στη Βόρεια Αφρική, στη Μέση Ανατολή και στην Άπω Ασία. Από την άλλη όμως έχουν αναδυθεί μέσα από τον παλιό Τρίτο κόσμο νέες ισχυρές βιομηχανικές χώρες που βαδίζουν στο δρόμο του ιμπεριαλισμού, όπως η Ινδία, το Μεξικό, η Βραζιλία, η Νότια Κορέα, η Νότια Αφρική και άλλες. Αυτές από τη μια εκμεταλλεύονται επίσης τον υπόλοιπο Τρίτο κόσμο, από την άλλη μοιραία θα αντιστέκονται στον Άξονα και στις ΗΠΑ, όπως θα αντιστέκονται και οι βυθισμένες στην κερδοσκοπική χαύνωση των χρηματιστικών μονοπωλίων τους δευτεροκοσμικές αστοδημοκρατίες.
Όμως το πιο μεγάλο καινούργιο, αυτό που δειλά ξεπροβάλλει τις δύο τελευταίες δεκαετίες είναι οι αστοδημοκρατικές εξεγέρσεις που ξεσπάνε κάθε τόσο κυρίως στη σφαίρα επιρροής των ανατολικών φασισμών. Αυτό σημαίνει ότι σε βάθος χρόνου ούτε οι ανατολικοί κρατικοφασιστικοί και μιλιταριστικοί ιμπεριαλισμοί, ούτε οι δυτικοί φιλελεύθεροι χρηματιστικοί ιμπεριαλισμοί, ως τώρα συνεργάτες των πρώτων ενάντια στον Τρίτο Κόσμο, δεν θα κινούνται για πολύ απερίσπαστοι από τις μεγάλες προλεταριακές και λαϊκές δημοκρατικές επαναστάσεις που σάρωσαν τον πλανήτη τον προηγούμενο αιώνα. Γι αυτό οι αντιδραστικοί δημοσιολόγοι, ακαδημαϊκοί και μη χτυπάνε πια όχι μόνο τον Στάλιν (παρά το ότι τα σοβιετικά αρχεία που έχουν ανοίξει τα τελευταία χρόνια και νέες μελέτες αποκαλύπτουν όλο και περισσότερο σαν απόλυτα αναξιόπιστο ψεύτη και συκοφάντη τον Χρουστσόφ στον οποίο κυρίως είχε στηριχθεί όλη η δυτική σοβιετολογία), αλλά με αυξανόμενη μανία και τον Μάο Τσε Τουνγκ που τον βγάζουν ακόμα μεγαλύτερο «γενοκτόνο» αποδίδοντάς του ελλείψει επαρκών νεκρών και τους λιμούς που εξόντωσαν δεκάδες εκατομμύρια κινέζων (οι οποίοι όμως παραδόξως εξακολουθούν να τον αγαπούν).
Ήδη ενώνονται πολλά αντικειμενικά στοιχεία-προϋποθέσεις για μια νέα σειρά επαναστατικών εξεγέρσεων, καθώς η παγκόσμια οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 2008 είναι στρατηγικού-δομικού χαρακτήρα για όλο τον ιμπεριαλισμό ανατολικό και δυτικό και δεν θα αργήσει να βαθύνει αγκαλιάζοντας τελικά και την Κίνα ενώ και οι φασισμοί που εξαπολύονται από τον Άξονα κυρίως στον Τρίτο κόσμο θα δυναμώνουν, όπως θα δυναμώνουν και οι δυτικές ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις που σε μεγάλο βαθμό προκαλούνται ή ενισχύονται από τους ρώσους αρχιπροβοκάτορες. Ήδη νέα αντιφασιστικά κινήματα, όπως αυτά των πορτοκαλί επαναστάσεων και τώρα αυτά ενάντια στους ισλαμοφασίστες που παγίδευσαν τους αραβικούς λαούς με τις ψευτο-«ανοίξεις» τους αρχίζουν να φέρνουν μαζικά τους λαούς ξανά στο προσκήνιο.
Αν τα κινήματα που έρχονται δεν αποτρέψουν τον πόλεμο και το φασισμό τότε αυτοί θα σύρουν οπωσδήποτε στην πολιτική δράση πολύ πιο πλατειές μάζες, ιδιαίτερα τη βιομηχανική εργατική τάξη που, όχι μόνο στο δεύτερο κόσμο αλλά και στο βιομηχανικό Τρίτο κόσμο είναι πια εξαιρετικά πολυάριθμη. Η νέα παγκόσμια εργατική τάξη βρίσκεται μάλιστα πια πολύ πιο ψηλά ποσοτικά και ποιοτικά από το επίπεδο στο οποίο βρισκόταν πριν από τον πρώτο και το δεύτερο παγκόσμιο η ρώσικη και η κινέζικη αντίστοιχα. Δηλαδή η σημερινή εργατική τάξη εκτός από πολύ πιο πολυάριθμη είναι και πολύ πιο μορφωμένη σε σχέση με τότε. Βέβαια η αστική τάξη συνεχίζει να σπουδάζει χιλιάδες φορές καλύτερα τα δικά της παιδιά και τους ειδικούς της και επίσης να επιλέγει, να μορφώνει με υποτροφίες και δάνεια και να αστοποιεί, όσο της είναι δυνατό, τα καλύτερα ταλέντα μέσα από τα φτωχά και μεσαία στρώματα του λαού. Όμως με την πολύ εκτεταμένη σχεδόν καθολική γενική εκπαίδευση που έχει οργανώσει ο σύγχρονος καπιταλισμός για τις δικές του παραγωγικές ανάγκες έχει δημιουργήσει εκατομμύρια και δισεκατομμύρια εργαζομένων που έχουν τις στοιχειώδεις γνώσεις για να φέρουν σε πέρας το πιο κρίσιμο καθήκον της εργατικής εξουσίας στο επίπεδο της παραγωγής που είναι ο έλεγχος και η καταγραφή των προϊόντων της δουλειάς τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ρώσικη επανάσταση δεν διέθετε παρά ελάχιστους εργάτες που να ξέρουν ανάγνωση και γραφή, τόσους λίγους που τελικά ο Λένιν αναγκάστηκε να περάσει το 1918 από τη γραμμή της συλλογικής διοίκησης στη μονοπρόσωπη διοίκηση των βιομηχανικών μονάδων, δηλαδή να δώσει ξανά εξουσία στους λιγότερο εχθρικούς στην εργατική εξουσία, αστούς μάνατζερ. Επίσης με την όλο και μαζικότερη ανώτατη εκπαίδευση και τη διά βίου εκπαίδευση ο σύγχρονος καπιταλισμός έχει φτιάξει εκατομμύρια ειδικών της έρευνας και της παραγωγής ώστε να τους ρίχνει μισθολογικά στο επίπεδο του προλεταριάτου και μισοπρολεταριάτου. Ένα μεγάλο μέρος από αυτούς τους ειδικούς το δίχως άλλο θα σταθούν τώρα δίπλα στο καθαυτό βιομηχανικό προλεταριάτο στην εξουσία του όπως ήδη το δείχνουν πολλοί απεργιακοί αγώνες στη Δύση.
Αλλά πέρα από την εκπαίδευση η σύγχρονη εργατική τάξη έχει τώρα πρόσβαση σε πελώρια ατομικά και συλλογικά μέσα επικοινωνίας και πληροφόρησης χάρη στη μεγαλύτερη τεχνολογική επανάσταση που γέννησε ο ιμπεριαλισμός, κυρίως μέσα από καπιταλιστικές χώρες με συνθήκες σχετικού εσωτερικού πολιτικού δημοκρατισμού, την επανάσταση της πληροφορικής και του ίντερνετ. Αυτή η τεχνολογική επανάσταση έκανε δυνατό το σπάσιμο της ίδιας της παραγωγικής διαδικασίας σε πολλά διαφορετικά παραγωγικά προτσές που το καθένα τους συντελείται όχι σε ένα εργοστάσιο μιας χώρας αλλά σε διαφορετικές χώρες, όπως πχ στην αεροναυπηγική όπου οι μηχανές ενός αίρμπας κατασκευάζονται στην Αγγλία, τα ηλεκτρομηχανολογικά του στη Γερμανία και ο αεροδυναμικός του σχεδιασμός και η συναρμολόγηση στη Γαλλία. Αυτή η λειτουργία θα δυναμώσει στο μέλλον τις δυνατότητες της διεθνικής συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργατών όσο ποτέ πριν. Ανάλογα συμβαίνουν και με την ενότητα των επιστημόνων αφού στη θέση του μεμονωμένου πανεπιστημιακού ή βιομηχανικού εργαστηρίου του περασμένου αιώνα τώρα χτίζονται γιγαντιαία διεθνή ερευνητικά εργαστήρια αφού τα επιμέρους κράτη και κεφάλαια έχουν αδυναμία να εξασφαλίσουν τα τεράστια πια κεφάλαια που χρειάζονται για πειράματα σαν και αυτά του CERN. Αυτή όλη η διαδικασία συνδυασμένη με την κοινή παγκόσμια γλώσσα που έδωσαν δυο μεγάλοι ηγεμονικοί ιμπεριαλισμοί, ο αγγλικός και ο αμερικάνικος, δεν μπορεί παρά να ενοποιήσει παραπέρα τους κοινούς ταξικούς αγώνες και τη διάδοση της επαναστατικής θεωρίας όταν η πουλημένη συνδικαλιστική εργατική αριστοκρατία δεν θα μπορεί πια να τους συγκρατεί.
Αλλά πέρα από την πολιτιστική μόρφωση και επικοινωνία της παγκόσμιας εργατικής τάξης νομίζουμε ότι ένα μεγάλο και καίριο διεθνή ρόλο προορίζεται να παίξει η κινέζικη εργατική τάξη. Αυτή όχι μόνο γνώρισε το σοσιαλισμό προηγούμενα - αν και δεν πρόλαβε να χαρεί τις ανεπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις που έστησε με τον ιδρώτα το δικό της και εκείνον της σύμμαχής της φτωχής αγροτιάς - έκανε επί δύο δεκαετίες εντατικά μαθήματα στο σχολείο του πιο ανεπτυγμένου και ταυτόχρονα του πιο σάπιου και εκμεταλλευτικού καπιταλισμού, ενώ ποτέ δεν έπαψε να εξεγείρεται (πάνω από 70.000 εξεγέρσεις σημειώνονται κάθε χρόνο στην Κίνα). Έτσι διαθέτει τώρα πια, μπροστά στο ενδεχόμενο μιας νέας επανάστασης, και την πείρα και τις παραγωγικές δυνάμεις που χρειάζονται για μια νέα εξουσία της, πολύ πιο βαθειά και πολύ πιο σταθερή από όσο πριν όταν η Κίνα έβγαινε πάμπτωχη από τη μισοφεουδαρχία και την ιμπεριαλιστική λεηλασία. Βέβαια τα μισητά σημερινά αφεντικά της έχουν δουλέψει πολύ τον κινέζικο σοβινισμό (Χαν) και θα επιχειρήσουν να τη ρίξουν σε φασιστικό πόλεμο αν η οικονομική κρίση αγκαλιάσει την Κίνα, αλλά κάθε τέτοιος πόλεμος δεν μπορεί ποτέ να είναι νικηφόρος και σε αυτήν την περίπτωση ένα προλεταριάτο που έχει διδαχτεί το λενινισμό και το μαοϊσμό θα βρει σύντομα τι πρέπει να κάνει για να τον σταματήσει.
Τα ανάλογα ισχύουν σε μεγάλο βαθμό σε παγκόσμια κλίμακα. Γιατί παντού οι καταπιεσμένοι κυρίως από τους ανατολικούς φασισμούς λαοί εξεγείρονται και διαρκώς προδίνονται από τους δυτικούς ψευτοδημοκράτες μονοπωλιστές και στους εσωτερικούς δημοκρατικούς και στους εθνοανεξαρτησιακούς αγώνες τους (Τσετσενία, Βοσνία, Ουκρανία, Γεωργία, Ζιμπάμπουε, Βιρμανία, Ιράν κλπ). Έτσι και αυτοί, καθώς και οι όλο και περισσότερο ποδοπατημένοι οικονομικά και από τους δυτικούς μονοπωλιστές λαοί του δεύτερου και του τρίτου κόσμου, θα αναγκαστούν να στηριχθούν τελικά στις δυνάμεις τους. Αυτό σημαίνει ότι θα αναζητήσουν όχι μόνο νέες κατευθύνσεις για τα κινήματά τους αλλά θα αναζητήσουν βαθύτερες εξηγήσεις για το πως πρόκυψαν τέτοιες οικονομικές κρίσεις, τέτοιοι φασισμοί και τέτοιοι πόλεμοι και τότε θα αναρωτηθούν ξανά και σε πιο πλατειά κλίμακα τι έγινε με τις προηγούμενες νικημένες επαναστάσεις τους. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες δεν υπάρχει περίπτωση και ο ελληνικός λαός να μείνει άναυδος να τον βυθίζουν στην άβυσσο της πείνας και του φασισμού μια χούφτα πράκτορες και τα τσιράκια τους. Σε αυτή τη φάση ακολουθεί γενικά τους σοσιαλφασίστες και τους φασίστες απατεώνες, αλλά αυτό θα συμβαίνει μόνο όσο οι νεοτσαρικοί προβοκάτορες θα κρύβονται εύκολα πίσω από τους ευρωπαίους ιμπεριαλιστές μονοπωλιστές που ευχαρίστως και ηλιθίως υπογράφουν την πείνα και την καταστροφή της ζωής του λαού μας. Αλλά κάποια στιγμή, ήδη έχουν αρχίσει να το κάνουν, οι σοσιαλιμπεριαλιστές θα δείξουν τα μούτρα τους καθώς θα αγοράζουν τζάμπα τη χώρα και θα συρματοφράζουν και θα φυλάνε με τους τραμπούκους τους τη λεία τους. Δεν αργεί πολύ η ώρα που ο ελληνικός λαός θα καθαρίσει με τους νέους Τσάρους που στην παλιά τους έκδοση τον φόρτωσαν ιστορικά με την πιο ξενόδουλη ίσως αστική τάξη του κόσμου και στην πιο καινούργια έκδοσή τους αιχμαλώτισαν τον πρώτο γνήσιο πατριωτικό και ταξικά επαναστατικό στρατό του και εξόρισαν και τελικά δολοφόνησαν το μεγαλύτερο ηγέτη του, Ν. Ζαχαριάδη.
Τη νύχτα βλέπουμε πιο μακριά ή η ανάγκη για νέα εμβάθυνση στη θεωρία και στην πρακτική του μαρξισμού-λενινισμού-μαοϊσμού
Οι αντικομμουνιστές, ιδιαίτερα οι δυτικοί, κάνουν το μοιραίο λάθος να νομίζουν ότι η δικτατορία του προλεταριάτου πέθανε επειδή αυτοί καταφέρανε να δώσουν μερικά προσωρινά οικονομικά ανταλλάγματα στο δυτικό κυρίως προλεταριάτο και μερικές κάτω από την επαναστατική πίεση αυτού του προλεταριάτου πολιτικές ελευθερίες που δεν ήταν πολύ επικίνδυνες για τους ίδιους μόνο όσο θα διαρκούσαν αυτά τα υλικά ανταλλάγματα. Στη πραγματικότητα η προλεταριακή επανάσταση νικήθηκε μόνο προσωρινά και από έναν εχθρό που βγήκε από το κέντρο της πρώτης κομμουνιστικής επανάστασης και ο οποίος για να πετύχει το στόχο της τσαρικής-ιμπεριαλιστικής παλινόρθωσης αναγκάστηκε να ανεβάσει την πολιτική προβοκάτσια, την ιδεολογική μεταμφίεση, την πιο αισχρή συκοφαντία και πάνω από όλα τον τροτσκιστικό εισοδισμό στο ύψος της επιστήμης. Έμαθε δηλαδή να διεισδύει όχι πια μόνο σε κυβερνήσεις, όπως επί παλιών Τσάρων, αλλά και σε κάθε κόμμα, ιδιαίτερα στα επαναστατικά. Όμως, λειτουργώντας έτσι, υποχρεώνει τους νέους επαναστάτες παντού στον κόσμο να μελετήσουν και αυτοί βαθιά το σύνολο της κάθε εθνικής πολιτικής σκηνής και το κάθε κάπως σημαντικό πολιτικό-ιδεολογικό ρεύμα σε εθνικό και σε παγκόσμιο επίπεδο και κυρίως να μελετήσουν και να εξηγήσουν την τακτική και τη στρατηγική των σοσιαλφασιστών στο προτσές της παλινόρθωσης στην ΕΣΣΔ και στην Κίνα.
Οι αντιδραστικοί, και πρώτοι οι σοσιαλφασίστες υποτιμούν τη θετική πλευρά που κρύβει αυτή η παρατεταμένη σχετική νύχτα για την κομμουνιστική επανάσταση που ξεκινάει από την άνοδο των σοσιαλφασιστών της Κίνας στην εξουσία στα 1978 ως τα σήμερα. Δεν έχουν προσέξει ότι μόνο η νύχτα επιτρέπει στον άνθρωπο να βλέπει πολύ μακριά. Το φως του ήλιου μοιάζει με το λαμπρό φως της νίκης. Βλέπει κανείς καθαρά με αυτό αλλά βλέπει μόνο σε μικρές και μεσαίες αποστάσεις πάνω στη γη. Όμως τα πιο μακρινά άστρα και οι γαλαξίες φαίνονται και μελετιούνται στις πιο σκοτεινές νύχτες και τα πιο δυνατά τηλεσκόπια είναι χτισμένα στις πιο ψηλές και απόμακρες βουνοκορφές ή ταξιδεύουν με δορυφόρους στο αστροφώτιστο διάστημα. Με λίγα λόγια ο πιο κοντινός μας ήλιος πρέπει να χαθεί για ένα διάστημα για να μπορέσουν να μας «μιλήσουν» και οι πιο μακρινοί και πιο γιγαντιαίοι ήλιοι. Ακόμα και ως χθες στα ταξίδια του πάνω στη γη, ο άνθρωπος προσανατολιζόταν καλά χάρη στον πολικό αστέρα, δηλαδή έναν ήλιο με 6 φορές πιο μεγάλη μάζα από το δικό μας και 2.200 φορές λαμπρότερο, που μόνο τη νύχτα μπορούμε να δούμε.
Οι νίκες επαληθεύουν τις παλιές βεβαιότητες, αλλά οι νέες βεβαιότητες δεν προέρχονται κυρίως από τις νίκες αλλά από τις ήττες. Το πιο γόνιμο περιβάλλον για την επιστημονική αμφιβολία και την έρευνα το γεννάνε στην επιστήμη κυρίως οι αποτυχίες, που στην επιστήμη της ταξικής πάλης ονομάζονται ήττες. Όσο πιο μεγάλες είναι οι αποτυχίες και πιο μακρόχρονα τα αποτελέσματά τους τόσο πιο μεγάλη η επιστημονική αμφιβολία, οπότε και η έρευνα, οπότε τόσο πιο μακρύ είναι το άλμα σε ανώτερα επίπεδα της αλήθειας, δηλαδή το άλμα σε νέες, σταθερότερες και βαθύτερες επιστημονικές βεβαιότητες. Η μεγαλύτερη επανάσταση στη φυσική μετά από την εποχή του Νεύτωνα, η αινσταινική θεωρία της σχετικότητας, προέκυψε από την επίμονη επί 15 χρόνια αποτυχία της νευτώνειας μηχανικής να ερμηνεύσει τα απροσδόκητα αποτελέσματα του αστρονομικού πειράματος του Μάικελσον που επέμεναν, όσες φορές και αν αυτό ξαναγινόταν, ότι είναι σταθερή η ταχύτητα του φωτός όποια και αν ήταν η ταχύτητα της πηγής του. Μήπως αυτό σημαίνει ότι είναι λαθεμένη η νευτώνεια μηχανική; Όχι, είναι ολόσωστη αλλά σε ταχύτητες πολύ μικρότερες από την ταχύτητα του φωτός στις οποίες μας πλησίασε μόνο η ανάπτυξη της τεχνολογίας και ο επιστημονικός πειραματισμός. Σε ταχύτητες δηλαδή κοντινές στην ταχύτητα του φωτός η κλασσική μηχανική πρέπει να ανεβεί στο επίπεδο της πιο γενικής θεωρίας της σχετικότητας και μάλιστα να γίνει μια υποπερίπτωση της.
Ανάλογα συμβαίνουν και στον επιστημονικό σοσιαλισμό, στην επιστήμη της ταξικής πάλης. Το μαρξισμό σαν θεωρία της προλεταριακής επανάστασης τον έφτασε στον ώριμο πυρήνα του, δηλαδή στην ανακάλυψη της αναγκαιότητας της δικτατορίας του προλεταριάτου, η ήττα των αστικοδημοκρατικών και των εργατικών επαναστάσεων του 1848. Από εκεί ξεκίνησε μια αρκετά μακριά νύχτα της σχετικής σταθεροποίησης της εξουσίας της αστικής τάξης που έφτασε χοντρικά μέχρι το γαλλογερμανικό πόλεμο του 1871 από όπου γεννήθηκε η πρώτη προλεταριακή εξουσία στην ιστορία, η παρισινή Κομμούνα. Αυτή με την ηρωική ήττα της επιβεβαίωσε την ορθότητα της διδασκαλίας του Μαρξ για την αναγκαιότητα της δικτατορίας του προλεταριάτου. Από την άλλη στη διάρκεια αυτής της σχετικής νύχτας γράφτηκε και το Κεφάλαιο, ενώ προς το τέλος της δημιουργήθηκε η Α΄ Διεθνής. Μιλάμε για σχετική σταθεροποίηση, οπότε τελικά και για σχετική νύχτα, επειδή ποτέ ο καπιταλισμός δεν είναι σταθερός, ούτε από την άποψη της διεξαγωγής της ταξικής πάλης που συνεχίζεται ασταμάτητα με πολύμορφες, ποσοτικές αλλά και ποιοτικές, έστω και ελάσσονες αλλαγές, ούτε από την άποψη της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων οι οποίες αναπτύσσονται με πελώρια επιστημονικοτεχνικά άλματα. Βέβαια αυτές οι παραγωγικές δυνάμεις την ίδια ώρα που αναπτύσσονται δεσμεύονται κιόλας από τον ίδιο τον καπιταλιστικό τους τρόπο ανάπτυξής τους. Αυτό φαίνεται πολύ πιο καθαρά σήμερα που κάθε στιγμή χιλιάδες νέες μικρές και μεγάλες επιστημονικές και τεχνικές ανακαλύψεις φυλακίζονται με τη μορφή της πατέντας από κάθε εταιρικό και κρατικό εργαστήρι και δεν κυκλοφορούν ή μένουν αχρησιμοποίητες ενώ μέσα παραγωγής και άνθρωποι καταστρέφονται κάθε τόσο από τις όλο και πιο συχνές οικονομικές υφέσεις και κρίσεις και από τους όλο και πιο καταστροφικούς και πιο κανιβαλικούς πολέμους που γεννάνε αυτές οι κρίσεις. Όλα αυτά είναι πράγματα που κάνουν πολύ πιο αναγκαία από ποτέ την προλεταριακή επανάσταση και εξουσία.
Ο λενινισμός, σαν ανάπτυξη του μαρξισμού, γεννήθηκε μέσα από την πάλη του ρώσικου επαναστατικού προλεταριάτου ενάντια στην άνοδο και στη σταδιακή κυριαρχία των δεξιών οππορτουνιστών μέσα στη Β΄ Διεθνή, που ήταν οι πολιτικοί εκπρόσωποι της εργατικής αριστοκρατίας και έγιναν τελικά στην πλειοψηφία τους υπηρέτες των ιμπεριαλιστών-μονοπωλιστών κάθε χώρας. Αυτοί, αφού έθαψαν ουσιαστικά επί χρόνια τη μαρξιστική διδασκαλία για την επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου και αφού έριξαν του εργάτες της Γερμανίας στις χειρότερες ρεφορμιστικές κοινοβουλευτικές αυταπάτες, τελικά, αντί να απαντήσουν με αντίσταση στον α΄ παγκόσμιο πόλεμο, έφτασαν στο σημείο να ρίξουν το προλεταριάτο της Ευρώπης στο σοσιαλσοβινισμό και στην πιο αισχρή αλληλοσφαγή. Κυρίως μέσα από αυτή τη σχετική νέα νύχτα που σηματοδοτείται από την ψυχρότητα, ως και εχθρότητα της ηγεσίας της β΄ Διεθνούς απέναντι στο ιδρυτικό συνέδριο των μπολσεβίκων του 1903 και φτάνει ως την πρώτη νικηφόρα επανάσταση του 1917, βγήκε η λενινιστική θεωρία για τον ιμπεριαλισμό.
Ακόμα πιο καθαρά ο μαοϊσμός σαν ανάπτυξη του μαρξισμού-λενινισμού γεννήθηκε μέσα από την πελώρια και στρατηγικού χαρακτήρα ήττα που λέγεται καπιταλιστική παλινόρθωση της ΕΣΣΔ. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ακόμα πιο μακρινή και οδυνηρή περίοδος μετά και την κινέζικη παλινόρθωση που σηματοδοτείται από την 3η ολομέλεια της ΚΕ του 11ου Συνέδριου του ΚΚ Κίνας του 1978 και φτάνει ως σήμερα απαιτεί ένα νέο μαοϊσμό, ένα νέο κοσμοϊστορικό θεωρητικό άλμα για να ξεπεραστεί. Ο μαοϊσμός δίνει ουσιαστικά τις βασικές καθοδηγητικές γραμμές και για αυτή την περίοδο. Το ότι αυτός ο μεγάλος διαλεκτικός και διεθνιστής άφησε πριν πεθάνει στην παγκόσμια εργατική τάξη και τους λαούς ανάμεσα στις άλλες και την πολύ συγκεκριμένη πολιτική κληρονομιά ότι «αν η Κίνα αλλάξει χρώμα οι λαοί θα πρέπει να ενωθούν και να τη συντρίψουν», δείχνει ότι ο μαοϊσμός είναι θεωρία για πολύ μακρινά ταξίδια. Άλλωστε πατώντας σταθερά πάνω στο μαοϊσμό και ιδιαίτερα στη θεωρία των Τριών κόσμων μπορέσαμε και εμείς να αναλύσουμε τα βασικά στοιχεία της ρώσικης παγκόσμιας στρατηγικής και τακτικής του «ψόφιου κοριού» για την περικύκλωση της Ευρώπης. Έτσι αποκαλύψαμε τη στρατηγική προσποίηση ότι δήθεν η σοβιετική αυτοκρατορία αυτοκτόνησε, και έτσι προβλέψαμε ανάμεσα στα άλλα και τον ειδικό, αρνητικό ρόλο που θα έπαιζε η δικιά μας χώρα, σαν το πρώτο και τραγικό θύμα και πειραματόζωο αυτής της στρατηγικής, στις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Για να συλλάβουμε καλύτερα τις νέες καταστάσεις και να απαντήσουμε σε αυτές προσπαθήσαμε να εφαρμόσουμε τη θεωρία των Τριών Κόσμων, προσαρμόζοντας την όσο μπορούσαμε στις συνθήκες του σχηματισμού του νεοναζιστικού ρωσοκινεζικού Άξονα, δηλαδή του Άξονα των δύο κανίβαλων με πυρηνικά που ετοιμάζουν έναν παγκόσμιο πόλεμο. Ήδη οι θεωρητικοί του Πούτιν έχουν εκπονήσει χοντρικά τη νομιμοποιητική «θεωρία» αυτού του πολέμου που είναι ο ρατσιστικός νεο- Ευρασιατισμός, που σηκώνει σαν παγκόσμια ενοποιητική, γενοκτονική σημαία του, τον αντισημιτισμό, όπως έκαναν και οι ναζιστές προκάτοχοί του. Η απάντηση στο νεοχιτλερικό άξονα θα είναι κατά τη γνώμη μας μια νέα εξελιγμένη έκδοση του παγκόσμιου αντιφασιστικού μετώπου, κάτω από το φως της στρατηγικής θεωρίας των Τριών κόσμων.
Αυτό που γενικότερα θέλουμε να πούμε, με την ευκαιρία της δημοσίευσης του δοκιμίου του Μάο Τσε Τουνγκ «Για την Πράξη», είναι ότι έτσι κι αλλιώς μας χρειάζονται νέες θεωρητικές επεξεργασίες και νέες πρακτικές απαντήσεις σε ένα πλήθος μετώπων της ταξικής πάλης και μάλιστα όχι μόνο στην πολιτική, αλλά και στη φιλοσοφία και στην πολιτική οικονομία. Αυτή είναι η υποχρέωση όλων των μαρξιστών επαναστατών σε όλο τον κόσμο. Αυτοί δεν θα πρέπει να περιμένουν νέες μεγαλοφυίες για να απαντήσουν στα μεγάλα ερωτήματα που τους βάζει η ζωή. Απλά, όπως μας λέει ο Μάο, οφείλουν να βυθιστούν και να αφεθούν στην ταξική πάλη και ταυτόχρονα να μελετάνε και να ερευνούν με στόχο να λύσουν τα συγκεκριμένα πολιτικά προβλήματα που βάζει η ζωή. Έτσι θα σκάβουν κατά χιλιάδες στο έδαφος της θεωρίας του επιστημονικού σοσιαλισμού, όπως άλλες χιλιάδες σκάβουν στο έδαφος του επιστημονικού πειραματισμού και προχωράνε την επιστήμη και την τεχνική σε ύψη πρωτοφανή. Δεν ξέρουμε αν θα είναι κάποιοι μεμονωμένοι άνθρωποι ή νέα συλλογικά πολιτικά επιτελεία με κάποιους ταλαντούχους ανθρώπους ανάμεσά τους που θα συμπυκνώσουν θεωρητικά όλη αυτή την αναζήτηση. Το σίγουρο όμως είναι ότι όποια σημαντική επεξεργασμένη σκέψη προκύψει αυτή θα οφείλεται στο βάθος στο ότι πολλές χιλιάδες και εκατομμύρια πραγματικοί επαναστάτες θα μπουν στην ταξική πάλη της νέας περιόδου και θα ερευνούν, θα σκέφτονται και θα συζητάνε για να δώσουν θεωρητικές και πρακτικές απαντήσεις στα νέα μικρά και μεγάλα προβλήματα που πάλι η πράξη βάζει μπροστά τους. Χωρίς τα εκατομμύρια των επαναστατών και των χιλιάδων διανοούμενων όλης της δημοκρατικής και προλεταριακής μάζας στην Ευρώπη δεν θα υπήρχε κανένας Μαρξ, χωρίς τους αντίστοιχους μαχητές της ρώσικης επανάστασης και της αρχικά επαναστατικής β΄ διεθνούς δεν θα υπήρχε κανένας Λένιν και χωρίς τη Γ΄ Διεθνή και τη ρώσικη και την κινέζικη εργατική τάξη και αγροτιά δεν θα υπήρχε κανένας Στάλιν και κανένας Μάο. Αυτό συμβαίνει και στον πολιτισμό και στην τέχνη γενικότερα. Ο όγκος και η ποιότητα του ανήσυχου καλλιεργημένου κοινού αποφασίζει για τον αριθμό και την ποιότητα των καινοτόμων καλλιτεχνών, σοφών κλπ που θα παραχθούν. Το καλύτερο παράδειγμα για το ζήτημα αυτό μας το δίνει η αρχαία Αθήνα. Εκεί καμιά πενηνταριά χιλιάδες καλλιεργημένοι άνθρωποι, δουλοκτήτες και ελεύθεροι χειρώνακτες, που είχαν αρκετό χρόνο και κυρίως δίψα για φιλοσοφικές συζητήσεις παρήγαγαν μέσα σε μια γενιά και μέσα σε λίγα οικοδομικά τετράγωνα τους περισσότερους αρχηγούς φιλοσοφικών ρευμάτων και μεγάλους τραγωδούς και ποιητές που έβγαλε ποτέ η ανθρωπότητα.
Μπορεί να υποθέσει κανείς τι θα βγάλουν εκατομμύρια επαναστατημένων λαών που θα παλεύουν πυρετώδικα να αλλάξουν τον κόσμο, παίρνοντας εδώ και εκεί την εξουσία, με τόσα μέσα έρευνας, μελέτης και κυρίως επικοινωνίας και συζήτησης από άκρου σε άκρο στον πλανήτη. Μπορεί κανείς να υποθέσει πόσο εύκολα, όταν έρθει αυτή η στιγμή θα νικηθούν τα ακαδημαϊκά κλειστά ιερατεία της ντόπιας και κυρίως της παγκόσμιας αντιδραστικής αστικής διανόησης, ιδιαίτερα εκείνα των κρατικών ψευτομαρξιστών και ψευτοεπαναστατών που ειδικεύονται σε ένα πράγμα πάνω απ όλα: στον ιδεολογικό θάνατο κάθε γνήσιας επαναστατικής πρωτοπορίας και σκέψης.
Απλά αυτές οι μεγάλες στιγμές θέλουν μεγάλη και επώδυνη προετοιμασία και προπαντός ανοιχτό μυαλό και βαθιά και πάντα ειλικρινή και ακούραστη θέληση για τη διόρθωση των λαθών και των αδυναμιών μας. Γι αυτό έχουμε γράψει μόνιμα στην ιστοσελίδα μας για να μην τα ξεχνάμε ποτέ, τα παρακάτω αθάνατα λόγια του Μαρξ:
"Οι αστικές επαναστάσεις, σαν τις επαναστάσεις του δέκατου όγδοου αιώνα, ορμούν γρήγορα από επιτυχία σε επιτυχία, τα δραματικά τους αποτελέσματα ξεπερνούν το ένα το άλλο, άνθρωποι και πράγματα φαίνονται σαν σε φωτιές διαμαντιών. Η έκσταση είναι το πνεύμα κάθε ημέρας. Μα η ζωή τους είναι μικρή. Σε λίγο φτάνουν κιόλας στο ανώτατο σημείο τους και μια μακρυά αποχαύνωση κυριεύει ύστερα την κοινωνία πριν μάθει να αφομοιώνει νηφάλια τα αποτελέσματα της ορμητικής και θυελλώδικης εποχής της.
Αντίθετα οι προλεταριακές επαναστάσεις, όπως οι επαναστάσεις του δέκατου ένατου αιώνα, κάνουν αδιάκοπη κριτική στον ίδιο τον εαυτό τους, διακόπτουν κάθε στιγμή την πορεία τους, γυρίζουν πάλι σε εκείνο που φαίνεται πως έχει πραγματοποιηθεί για να το ξαναρχίσουν από την αρχή, χλευάζουν με ωμή ακρίβεια τις ασυνέπειες, τις αδυναμίες και τις ελεεινότητες που παρουσιάζουν οι πρώτες δοκιμές τους, φαίνονται πως ξαπλώνουν κάτω τον αντίπαλό τους μόνο για να αντλήσει καινούργιες δυνάμεις από τη γη και να σηκωθεί μπροστά τους πιο γιγάντιος, οπισθοχωρούν ολοένα μπροστά στην απροσδιόριστη απεραντοσύνη των ίδιων των σκοπών τους, ώσπου να δημιουργηθούν οι όροι που κάνουν αδύνατο κάθε πισωγύρισμα και οι ίδιες οι περιστάσεις φωνάζουν: Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα".


Κ. Μαρξ. 18η Μπρυμέρ
Η ανάλογη δουλειά πρέπει εννοείται να γίνει και για την παλινόρθωση στη ΕΣΣΔ, απλά εκεί η μελέτη είναι πολύ δυσκολότερη γιατί η πάλη ήταν λιγότερο ανοιχτή αφού διεξάχθηκε ως επί το πλείστον μέσα στα ανώτερα όργανα του κόμματος. Να μην ξεχνάμε ότι η προϋπόθεση της κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας μετά την ήττα της πρώτης προλεταριακής εξουσίας, της παρισινής Κομμούνας, ήταν η μελέτη της ήττας της, που πρώτος έκανε ο ίδιος ο Μαρξ.